Η επιστροφή του Χρυσοστόμου στη Βασιλεύουσα
Τριάντα χρόνια μετά την κοίμησή του στην εξορία των Κομάνων, το άφθαρτο σώμα του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου ξεκίνησε το θριαμβευτικό ταξίδι της επιστροφής προς την Κωνσταντινούπολη. Όταν οι απεσταλμένοι του αυτοκράτορα προσπάθησαν να σηκώσουν τη λάρνακα, εκείνη έμεινε καρφωμένη στο χώμα, σαν να αρνιόταν ο ίδιος ο άγιος να μετακινηθεί χωρίς ταπεινή παράκληση. Ο μέγας οικουμενικός διδάσκαλος είχε εκδιωχθεί άδικα από την αυτοκράτειρα Ευδοξία, εξαιτίας του ελεύθερου λόγου του εναντίον των κακιών της εξουσίας.
Ταλαιπωρημένος από τη μακρά πορεία της εξορίας, παρέδωσε την ψυχή του τη δέκατη τέταρτη Σεπτεμβρίου του τετρακοσίου εβδόμου, στα Κόμανα του Πόντου. Το ιερό λείψανό του ετάφη εκεί, δίπλα στους μάρτυρες Βασιλίσκο και Λουκιανό, σύμφωνα με την ίδια θαυμαστή υπόδειξη που είχε δεχθεί ο άγιος σε όραμα. Έναν χρόνο αργότερα έφυγαν από τη ζωή ο αυτοκράτορας Αρκάδιος και η σύζυγός του Ευδοξία, οι κύριοι υπεύθυνοι για την άδικη εξορία.
Στον θρόνο ανέβηκε ο Θεοδόσιος ο νεότερος, ενώ σιγά σιγά επέστρεφαν στις θέσεις τους όσοι επίσκοποι είχαν διωχθεί για την αγάπη τους προς τον άγιο. Όμως ορισμένοι κακόβουλοι ιεράρχες, παρακινημένοι από τον Θεόφιλο Αλεξανδρείας, συνέχιζαν να καταδιώκουν τη μνήμη του με μίσος αδιάλλακτο. Η διχόνοια αυτή κράτησε μέχρι την εκλογή του αγίου Πρόκλου στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, το τετρακόσιο τριάντα τέσσερα μετά Χριστόν.
Ο νέος πατριάρχης, υπήρξε άλλοτε μαθητής και βοηθός του Χρυσοστόμου και διατηρούσε ζωντανή την αγάπη προς τον δάσκαλό του. Το τέταρτο έτος της ποιμαντορίας του, κατά τη διάρκεια θείας λειτουργίας στη Μεγάλη Εκκλησία, εκφώνησε λόγο εγκωμιαστικό για τον αδικοχαμένο πατέρα της Εκκλησίας. Συγκλονισμένος ο λαός δεν τον άφησε να ολοκληρώσει την ομιλία, αλλά κραύγαζε ζητώντας πίσω τα τίμια λείψανα του ποιμένα του.
Ο Πρόκλος έσπευσε στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο και τον έπεισε να μεταφέρει επίσημα τα ιερά οστά από τα Κόμανα στη Βασιλεύουσα. Πράγματι, το τετρακόσιο τριάντα οκτώ μετά Χριστόν, ξεκίνησε η επίσημη μεταφορά με αργυρή λάρνακα και πομπή τιμητική. Όμως ο άγιος, ζώντας μέσα στη χάρη του Αγίου Πνεύματος, ήθελε να διδάξει στον αυτοκράτορα την ταπείνωση και τη μετάνοια.
Όλες οι προσπάθειες των στρατιωτών και των απεσταλμένων αποδείχθηκαν μάταιες. Η λάρνακά του φαινόταν ριζωμένη στο έδαφος, σαν να είχε συγκολληθεί με τη γη και κανείς δεν μπορούσε να τη μετακινήσει. Ο Θεοδόσιος κατάλαβε το μήνυμα της θαυμαστής αυτής αντίστασης και έσπευσε να ταπεινωθεί ενώπιον του αγίου.
Έγραψε με το ίδιο του το χέρι μια επιστολή, σαν να απευθυνόταν σε ζωντανό άνθρωπο, ζητώντας ταπεινά συγγνώμη για τους διωγμούς της μητέρας του. Παρακάλεσε τον Χρυσόστομο να δεχθεί την παράκληση και να επιστρέψει στη βασιλεύουσα πόλη, για να ευφράνει τις καρδιές που τον περίμεναν χρόνια ολόκληρα. Οι ταχυδρόμοι έφεραν την επιστολή στα Κόμανα και την εναπέθεσαν με ευλάβεια πάνω στο στήθος του αγίου.
Αμέσως η λάρνακα ελάφρυνε θαυμαστά και δέχθηκε να μετακινηθεί χωρίς τον παραμικρό κόπο. Ένας φτωχός κουτσός, που ζητούσε ελεημοσύνη κοντά στον τάφο, έσκυψε και σκούπισε το πόδι του με ένα κάλυμμα από το ιερό μνήμα. Στην ίδια στιγμή το πόδι του στερεώθηκε και βάδισε δοξάζοντας τον Θεό για το θαύμα.
Όλος ο λαός των Κομάνων συγκεντρώθηκε με λαμπάδες, δάκρυα και θρήνους για τον αποχωρισμό από τον προστάτη του. Η ιερή πομπή ξεκίνησε για την μακρά πορεία προς τη θάλασσα του Βοσπόρου και τη βασιλίδα των πόλεων. Ο άγιος επέστρεφε νικητής, τιμημένος από τον ίδιο τον αυτοκράτορα που πριν τον είχε αδικήσει.
Όταν η συνοδεία έφτασε στη Χαλκηδόνα, ο λαός είχε γεμίσει με στολισμένα πλοία και αναμμένες δάδες όλη τη θαλάσσια απόσταση που χωρίζει την πόλη από την πρωτεύουσα. Έμοιαζε σαν το νερό να είχε μεταβληθεί σε στέρεη γη, τόσο πυκνά ήταν τα σκάφη που περίμεναν τον άγιο. Όμως, καθώς το τίμιο λείψανο διέσχιζε εκείνο το πέρασμα, ξέσπασε ξαφνική θαλασσοταραχή και διασκόρπισε τα πλοία προς κάθε κατεύθυνση.
Το αυτοκρατορικό σκάφος, που μετέφερε την πολύτιμη λάρνακα, έχασε το πηδάλιό του και οδηγήθηκε από αόρατη δύναμη. Σταμάτησε ακριβώς κοντά στο κτήμα μιας χήρας με το όνομα Καλλιτρόπη, που η αυτοκράτειρα Ευδοξία είχε αρπάξει άδικα. Η αρπαγή εκείνου του αμπελιού είχε γίνει αφορμή της τελευταίας εξορίας του αγίου, καθώς εκείνος υπερασπίστηκε την αδικημένη γυναίκα.
Με τον θαυμαστό αυτόν τρόπο ο Χρυσόστομος, ακόμη και μετά τον θάνατό του, δικαίωσε την αδύναμη και ταπεινή χήρα. Το χωράφι επιστράφηκε αμέσως στη νόμιμη ιδιοκτήτριά του και η θάλασσα γαλήνευσε εντελώς. Τα πλοία βρέθηκαν σώα και αβλαβή, χωρίς κανείς από το πλήθος να πάθει το παραμικρό.
Η δικαιοσύνη του αγίου φανερώθηκε λαμπρά μπροστά σε όλη την πόλη. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ήρθε αυτοπροσώπως να υποδεχθεί τον άγιο, ακολουθούμενος από ολόκληρη τη σύγκλητο και τους άρχοντες της πόλης. Έσκυψε βαθιά και ακούμπησε το πρόσωπό του πάνω στην ιερή λάρνακα, παρακαλώντας με δάκρυα για συγχώρεση.
Μίλησε εξ ονόματος της μητέρας του Ευδοξίας, ζητώντας από τον άγιο να μη μνησικακήσει για όσα είχε υποστεί από εκείνη. Αρχικά εναπέθεσαν το τίμιο λείψανο στον ναό του αποστόλου Θωμά, στη συνοικία του Αμαντίου. Εκεί έπαυσαν αμέσως οι σεισμικές δονήσεις, που τάραζαν επί είκοσι χρόνια τον τάφο της αυτοκράτειρας Ευδοξίας.
Έπειτα μετέφεραν τα οστά στον ναό της αγίας Ειρήνης και τοποθέτησαν τον άγιο πάνω στον επισκοπικό θρόνο. Ο λαός φώναζε με ενθουσιασμό: «Λάβε τον θρόνο σου, άγιε! Τελικά η πομπή κατέληξε στον περίφημο ναό των Αγίων Αποστόλων, όπου αναπαύονταν αυτοκράτορες και πατριάρχες της πόλης.
Καθώς τοποθετούσαν τον Χρυσόστομο πάνω στην ιερή καθέδρα, ακούστηκε καθαρά η φωνή του να λέει: «Ειρήνη πάσι! Έθεσαν το άγιο σώμα κάτω από την αγία τράπεζα και κατά τη θεία λειτουργία πραγματοποιήθηκαν πολλά θαύματα. Από τότε τα λείψανά του διασκορπίστηκαν σε όλη την οικουμένη, φανερώνοντας αδιάκοπα την πατρική του παρουσία.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 27 Janar
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Ο νεομάρτυς Δημήτριος του Γαλατά
Στα είκοσι πέντε του χρόνια, ένας νεαρός ταμίας σε ταβέρνα του Γαλατά στάθηκε όρθιος μπροστά στο σπαθί του δημίου χωρίς να λυγίσει. Λίγο πριν πέσει το κεφάλι του, ο βεζίρης τον κάλεσε ξανά κοντά…
Lexo jetën