Ο Όσιος Ιωάννης ο Καλυβίτης, ο φτωχός για τον Χριστό
Δώδεκα μόλις χρόνων, ένα αγόρι από τα πλουσιότερα σπίτια της Κωνσταντινούπολης έφυγε κρυφά από το πατρικό του, κρατώντας μόνο ένα χρυσοδεμένο Ευαγγέλιο. Τρία ολόκληρα χρόνια, αργότερα, θα ζούσε ως ζητιάνος έξω από την πόρτα των ίδιων του των γονιών, χωρίς εκείνοι να τον αναγνωρίσουν ποτέ. Γεννήθηκε στα μέσα του πέμπτου αιώνα, στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντος του Πρώτου, και ήταν παιδί του συγκλητικού Ευτροπίου και της Θεοδώρας.
Οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί του υπηρετούσαν ήδη με υψηλά αξιώματα στην αυλή του παλατιού. Για τον μικρό Ιωάννη, οι γονείς ονειρεύονταν επίσης λαμπρή σταδιοδρομία και έναν καλό γάμο. Εκείνος όμως, με την ηλικία ακόμη τόσο τρυφερή, ξεχώριζε για τη φρόνηση και την αγάπη του στα ιερά βιβλία.
Άφηνε τα παιχνίδια των συνομηλίκων και κατέφευγε στις ακολουθίες της Εκκλησίας με ζωντανή κατάνυξη. Μέσα του άναβε σιγά σιγά μια πιο μεγάλη φωτιά, μια δίψα να ανήκει ολόκληρος στον Χριστό. Όσο μεγάλωνε αυτή η εσωτερική φλόγα, τόσο πιο ξένος ένιωθε με τη λάμψη και τη ματαιότητα της πολιτείας.
Η ψυχή του ζητούσε μια άλλη πατρίδα, πέρα από τα παλάτια του κόσμου. Μια ημέρα πέρασε από το σπίτι όπου σπούδαζε ένας μοναχός της μονής των Ακοιμήτων, καθ' οδόν προς τα Ιεροσόλυμα. Ο μικρός Ιωάννης τον πλησίασε με τρεμάμενη καρδιά και τον ρώτησε για τη ζωή των μοναχών, για τις νηστείες, τις αγρυπνίες και την αδιάλειπτη ψαλμωδία τους.
Άκουγε με δάκρυα στα μάτια και ένιωθε πως αυτή ήταν η οδός που τόσο καιρό αναζητούσε. Παρακάλεσε τον μοναχό να επιστρέψει για να τον πάρει μαζί του, χωρίς να μάθει κανείς για το μυστικό τους. Στο μεταξύ ζήτησε από τους γονείς του να του παραγγείλουν ένα ολοκαίνουργιο Ευαγγέλιο, για να μελετά καθημερινά τα λόγια του Σωτήρα.
Εκείνοι χάρηκαν με τη δίψα του παιδιού και κάλεσαν επιδέξιο καλλιγράφο να αντιγράψει το ιερό κείμενο. Έπειτα το έντυσαν με χρυσό κάλυμμα και το στόλισαν με πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια. Όταν ο μοναχός γύρισε από την Αγία Πόλη, ο Ιωάννης εφάρμοσε με ακρίβεια το σχέδιο της φυγής.
Ζήτησε από τον πατέρα του εκατό χρυσά νομίσματα, με την πρόφαση πως ήθελε να φιλέψει τους συμμαθητές του. Με αυτά πλήρωσαν τον πλοιοκτήτη που τους μετέφερε στην απέναντι ακτή της Βιθυνίας. Στη μονή των Ακοιμήτων, ο ηγούμενος Μάρκελλος τον δέχθηκε με δισταγμό για την τρυφερή του ηλικία.
Ο μικρός όμως έπεσε στα πόδια του με τόσα δάκρυα και ζέση, ώστε ο γέροντας τον έκειρε μοναχό την ίδια κιόλας ημέρα. Από τότε ο Ιωάννης ξεκίνησε αγώνες που ξεπερνούσαν πολύ τα μέτρα του. Για μεγάλα διαστήματα έτρωγε μόνο τις Κυριακές, μετά τη θεία Κοινωνία, και αδυνάτισε τόσο πολύ, ώστε κανείς δεν θα αναγνώριζε πλέον τον αρχοντόπουλο της πρωτεύουσας.
Με ταπεινή υπακοή, με αδιάλειπτη προσευχή και με αυστηρή εγκράτεια, ξεπέρασε σε αρετή ακόμη και τους πιο δοκιμασμένους πατέρες. Έξι χρόνια κύλησαν μέσα σε αυτή την ουράνια ζωή, με την καρδιά του να φλέγεται από αγάπη για τον Χριστό. Τότε όμως άρχισε να τον πολεμά ο εχθρός της σωτηρίας με τη θύμηση του πατρικού σπιτιού.
Έβλεπε με τον νου του τη μητέρα να κλαίει, τον πατέρα να θρηνεί και τους αδελφούς του να πενθούν. Οι λογισμοί αυτοί τον βασάνιζαν νύχτα και ημέρα, ωσότου ο ηγούμενος του έδωσε την ευλογία να επιστρέψει στους γονείς του. Δεν θα γύριζε για να υποταχθεί στον διάβολο, αλλά για να τον πολεμήσει κατά πρόσωπο.
Όταν έφτασε κοντά στην Κωνσταντινούπολη, αντάλλαξε τα ρούχα του με τα κουρέλια ενός ζητιάνου που συνάντησε στον δρόμο. Έπεσε με το πρόσωπο στη γη και παρακάλεσε τον Κύριο να μη χάσει τη χάρη μπροστά στα παλάτια της παιδικής του ηλικίας. Έφτασε τη νύχτα μπροστά στην πύλη του πατρικού του, εξαντλημένος από τον δρόμο και την ασκητική του εγκράτεια.
Το πρωί ο επιστάτης βγήκε και είδε τον άγνωστο φτωχό κουρνιασμένο στη γωνία. Συγκινήθηκε από την πραότητά του και του επέτρεψε να μείνει στο κατώφλι, μακριά από τα μάτια των κυρίων του σπιτιού. Σε λίγο βγήκαν ο Ευτρόπιος και η Θεοδώρα, καθ' οδόν προς το ανάκτορο, χωρίς να αναγνωρίσουν το παιδί τους μέσα στα ράκη.
Ο πατέρας του τον λυπήθηκε και διέταξε να του στέλνουν φαγητό από το αρχοντικό τραπέζι, για την αγάπη του Χριστού. Η μητέρα του όμως, βλέποντάς τον στα κουρέλια του, ένιωσε τόση αηδία, που πρόσταξε να τον διώξουν από τα μάτια της. Οι υπηρέτες τον μετέφεραν παρακάτω και του έχτισαν, με την άδειά τους, μια μικρή καλύβα.
Εκεί ο νεαρός μοναχός βρήκε το ταπεινό του καταφύγιο, για να συνεχίσει τον κρυφό του αγώνα. Τρία ολόκληρα χρόνια έζησε μέσα σε εκείνη την καλύβα, μπροστά στα ίδια του τα πατρικά αρχοντικά. Υπέμενε το κρύο, τη βροχή, τις βρισιές των υπηρετών και την περιφρόνηση των περαστικών.
Το φαγητό που του έστελνε ο πατέρας του δεν το άγγιζε ο ίδιος, αλλά το μοίραζε στους άλλους ζητιάνους που τον επισκέπτονταν. Η σάρκα του αδυνάτισε ώσπου ξεχώριζαν οι αρθρώσεις των οστών του, ενώ η καρδιά του συνομιλούσε αδιάκοπα με τον Κύριο και τους αγίους αγγέλους. Λίγο πριν από το τέλος του, του παρουσιάστηκε ο Χριστός μέσα σε όραμα και του ανήγγειλε τη μετάβασή του στη Βασιλεία των Ουρανών μέσα σε τρεις ημέρες.
Τότε ο όσιος μήνυσε στη μητέρα του να κατέβει ως την καλύβα, γιατί είχε κάτι σημαντικό να της εμπιστευτεί. Εκείνη ήρθε από περιέργεια, ακούγοντας πως θα πέθαινε ο φτωχός σε τρεις ημέρες. Ο όσιος την ευχαρίστησε για τη φιλοξενία και της ζήτησε να τον θάψουν εκεί, μέσα στα ίδια του τα κουρέλια.
Έπειτα της παρέδωσε το χρυσοδεμένο Ευαγγέλιο, παρακαλώντας το να γίνει παρηγοριά στη γήινη ζωή της και οδηγός για την αιωνιότητα. Η καρδιά της σκίρτησε αναγνωρίζοντας αμέσως το πολύτιμο δώρο των παιδικών χρόνων του γιου της. Έτρεξε αμέσως να δείξει το χειρόγραφο στον σύζυγό της, και οι δύο μαζί κατέβηκαν στην καλύβα του φτωχού.
Τον ικέτεψαν στο όνομα της Αγίας Τριάδος να τους αποκαλύψει πώς βρήκε αυτό το Ευαγγέλιο και αν γνώριζε τίποτε για τον χαμένο γιο τους. Ο όσιος δεν άντεξε άλλο την κρυμμένη οδύνη και τους ομολόγησε με δάκρυα ότι ήταν εκείνος, ο αγαπημένος τους Ιωάννης. Τους είπε πως από αγάπη για τον Χριστό πήρε εκείνο το βιβλίο σαν ζυγό ελαφρύ και αποφάσισε να ζήσει ως ξένος ανάμεσά τους.
Η χαρά και η οδύνη πλημμύρισαν μαζί την καρδιά των γονιών του, καθώς τον αγκάλιαζαν πάνω στο πενιχρό του στρώμα. Σε λίγο εκείνος παρέδωσε ειρηνικά την αγία του ψυχή, νικητής απέναντι σε όλες τις παγίδες του εχθρού. Η μητέρα προσπάθησε να τον ντύσει με βαρύτιμα χρυσοκέντητα ενδύματα, ξεχνώντας τον λόγο που είχε δώσει.
Αμέσως όμως κατέπεσε σε βαριά αρρώστια, ώσπου τον ξανάντυσαν με τα φτωχικά του ράκη. Στο σημείο της καλύβας οι γονείς ανήγειραν εκκλησία και ξενώνα, χαρίζοντας όλα τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς και τους ξένους. Η χάρη του Θεού επιτέλεσε από τότε πολλά θαύματα, μέσω των πρεσβειών του οσίου Ιωάννη του Καλυβίτου.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 15 Janar
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Αγίες Σαλώμη της Ουτζάρμα και Περοζαβρά της Σιβνίας
Δύο βασίλισσες της αρχαίας Γεωργίας άφησαν τη λάμψη του παλατιού για να γίνουν οι πιο στενές συνεργάτιδες της Αγίας Νίνας, της φωτίστριας του έθνους τους. Η μία ύψωσε σταυρό στην Ουτζάρμα της Καχετίας και…
Lexo jetënΗ Τροφός των Ιρλανδών Αγίων
Σε ηλικία μόλις ενός έτους, ο μικρός Βρενδάνος ο Θαλασσοπόρος βρέθηκε στην αγκαλιά της Αγίας Ίτας, η οποία τον ανέθρεψε μέχρι τα έξι του χρόνια. Η ίδια ονόμασε τον ανιψιό της Μοχαίμοχ με το…
Lexo jetënΟ Άγιος Γεράσιμος ο Παλλαδάς, Πατριάρχης Αλεξανδρείας
Από τα κρητικά Σκιλλούς της Πεδιάδος ξεκίνησε ένας νέος που έμελλε να μιλήσει ελληνικά, λατινικά και εβραϊκά με σπάνια ευχέρεια και βαθιά σοφία. Έγινε Πατριάρχης Αλεξανδρείας και ταξίδεψε ως τη Ρωσία και τη Μολδοβλαχία…
Lexo jetënΟ Άγιος Πανσόφιος ο εξ Αλεξανδρείας
Είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια πέρασε μέσα στην έρημο της Αιγύπτου ένας νέος που είχε γεννηθεί μέσα στον πλούτο και την εξουσία της Αλεξάνδρειας. Ο πατέρας του ήταν ο Νείλος, ανθύπατος της μεγάλης πόλης, και…
Lexo jetënΟ Παύλος ο Θηβαίος και η συνάντηση με τον Μέγα Αντώνιο
Ένας κόρακας του έφερνε κάθε μέρα μισό ψωμί επί εβδομήντα ολόκληρα χρόνια μέσα στην έρημο της Θηβαΐδας. Όταν τον επισκέφθηκε ο Μέγας Αντώνιος, ο ίδιος κόρακας έφερε ακέραιο ψωμί, για να φάνε μαζί οι…
Lexo jetën