
Ένας διάσημος χειρουργός της Κριμαίας, βραβευμένος με το βραβείο Στάλιν, έζησε έντεκα ολόκληρα χρόνια σε φυλακές και εξορίες για την πίστη του στον Χριστό. Ο ίδιος άνθρωπος, αφού έχασε το ένα του μάτι και αργότερα τυφλώθηκε εντελώς, συνέχιζε να ανεβαίνει μόνος του στον άμβωνα και να κηρύττει τον Κύριο. Πρόκειται για τον Άγιο Λουκά, αρχιεπίσκοπο Συμφερουπόλεως και Κριμαίας, κατά κόσμον Βαλεντίνο Βόινο-Γιασενέτσκι.
Γεννήθηκε στην πόλη Κερτς της Κριμαίας, την δέκατη τέταρτη Απριλίου του χίλια οκτακόσια εβδομήντα επτά. Ο πατέρας του ήταν Ρωμαιοκαθολικός φαρμακοποιός, ενώ η μητέρα του ορθόδοξη χριστιανή με βαθιά αγάπη στις καλές πράξεις. Η οικογένεια σύντομα εγκαταστάθηκε στο Κίεβο, όπου ο νεαρός Βαλεντίνος τελείωσε το γυμνάσιο και μια καλλιτεχνική σχολή.
Στην αρχή ονειρευόταν να γίνει ζωγράφος και ετοιμαζόταν να σπουδάσει στην Ακαδημία Τεχνών της Αγίας Πετρούπολης. Τελικά όμως διάλεξε την ιατρική, γιατί ήθελε να ανακουφίζει τον πόνο των ανθρώπων. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Κιέβου και πήρε το πτυχίο του το χίλια εννιακόσια τρία.
Παρά τη λαμπρή σταδιοδρομία που του ανοιγόταν, εξέπληξε τους πάντες δηλώνοντας πως ήθελε να γίνει γιατρός των φτωχών. Με το ξέσπασμα του Ρωσοϊαπωνικού πολέμου ταξίδεψε στην Άπω Ανατολή και εργάστηκε στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού στην Τσιτά. Εκεί ανέλαβε το χειρουργικό τμήμα και απέκτησε μεγάλη εμπειρία, καθώς οι επεμβάσεις του ήταν συνεχείς και απαιτητικές.
Στο ίδιο νοσοκομείο γνώρισε την Άννα Λάνσκαγια, μια ευγενική αδελφή νοσοκόμα που είχε αρνηθεί άλλες προτάσεις γάμου επιθυμώντας ζωή αφιερωμένη. Ο Βαλεντίνος κέρδισε την καρδιά της και παντρεύτηκαν στην τοπική εκκλησία της Τσιτά το χίλια εννιακόσια τέσσερα. Η Άννα έγινε πιστή σύντροφος, βοηθός στο σπιτικό και συνεργάτης στο ιατρικό του έργο.
Μετά τον πόλεμο εκείνος πραγματοποίησε τον πόθο του και υπηρέτησε δωρεάν τους φτωχούς, εργαζόμενος σε νοσοκομεία επαρχιακών πόλεων όπως το Σιμπίρσκ, το Κουρσκ, το Σαράτοφ και το Περεσλάβλ-Ζαλέσκι. Το χίλια εννιακόσια οκτώ έφτασε στη Μόσχα και μπήκε ως σπουδαστής στη χειρουργική κλινική του Διακόνοφ. Το χίλια εννιακόσια δεκαέξι υπερασπίστηκε με επιτυχία τη διδακτορική του διατριβή, που επαινέθηκε ιδιαίτερα και τιμήθηκε με ειδικό βραβείο από το Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.
Παράλληλα διέπρεψε στις οφθαλμικές επεμβάσεις και ασχολήθηκε εκτενώς με τη θεραπεία των πυογόνων λοιμώξεων. Από το χίλια εννιακόσια δεκαεπτά εγκαταστάθηκε στην Τασκένδη και εργάστηκε ως χειρουργός στο Νέο Νοσοκομείο της πόλης. Δίδασκε με ζήλο τους νεότερους και σύντομα ανέλαβε καθηγητική έδρα στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του Τουρκεστάν.
Το χίλια εννιακόσια δεκαεννέα η αγαπημένη του Άννα πέθανε από φυματίωση, αφήνοντας τέσσερα μικρά παιδιά χωρίς μητρική φροντίδα, και αυτό υπήρξε πολύ βαριά δοκιμασία για εκείνον. Δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ, παρέδωσε όμως τα παιδιά του στη φροντίδα της πιστής νοσοκόμας Σοφίας Σεργκέγεβνα. Παρά τις βαριές υποχρεώσεις, συμμετείχε ενεργά στη ζωή της Εκκλησίας και στις συνάξεις της αδελφότητας της Τασκένδης.
Κάποτε, μετά από μία εμπνευσμένη εισήγηση σε εκκλησιαστικό συνέδριο, ο επίσκοπος Ιννοκέντιος του πρότεινε να γίνει ιερέας. Εκείνος, χωρίς να το έχει σκεφτεί ποτέ, απάντησε ότι θα δεχόταν, αν αυτό άρεσε στον Θεό. Το χίλια εννιακόσια είκοσι ένα χειροτονήθηκε διάκονος και λίγες ημέρες αργότερα πρεσβύτερος.
Ανέλαβε ναό στην Τασκένδη και υπηρετούσε με αφοσίωση τον Κύριο, δίχως να εγκαταλείψει την ιατρική και τη διδασκαλία στο πανεπιστήμιο. Το χίλια εννιακόσια είκοσι τρία, με πολλή ευλάβεια και ζήλο, εκάρη μοναχός. Ο επίσκοπος Ανδρέας Ουκτόμσκι του Ουφά σκεφτόταν αρχικά να του δώσει το όνομα Παντελεήμων, προς τιμήν του Αγίου αναργύρου.
Όμως, αφού άκουσε τα κηρύγματά του, άλλαξε γνώμη και επέλεξε το όνομα του Αποστόλου και Ευαγγελιστή Λουκά. Έτσι ο πατέρας Βαλεντίνος έγινε ιερομόναχος Λουκάς. Εκείνη την εποχή έφτασε στην Τασκένδη το σχίσμα της λεγόμενης Ζώσης Εκκλησίας, που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του κράτους.
Ο επίσκοπος Ιννοκέντιος αναγκάστηκε να φύγει χωρίς να αφήσει διάδοχο, και ο πατήρ Λουκάς μαζί με τον πατέρα Μιχαήλ Αντρέγιεφ προσπάθησαν με κάθε τρόπο να ενώσουν τον τοπικό κλήρο. Στα τέλη Μαΐου χειροτονήθηκε κρυφά επίσκοπος Πεντζικέντ, και λίγες ημέρες αργότερα συνελήφθη επειδή στήριζε τον πατριάρχη Τύχωνα. Οι κατηγορίες ήταν εξωφρενικές, με δήθεν συνωμοσία με Κοζάκους του Ορενμπούργκ και τους Βρετανούς.
Έμεινε κάποιο διάστημα στα μπουντρούμια της ΓΠΟΥ της Τασκένδης και έπειτα μεταφέρθηκε στη Μόσχα. Αργότερα φυλακίστηκε στη Μπουτίρκα και στην Ταγκάνκα, και τέλος εξορίστηκε στο Γενισέισκ της Σιβηρίας. Στο Γενισέισκ τελούσε τη Θεία Λειτουργία μέσα στο σπίτι του, ενώ συγχρόνως του επέτρεπαν να χειρουργεί και έσωσε την υγεία πολλών κατοίκων.
Μεταφέρθηκε πολλές φορές από τόπο σε τόπο, αλλά παντού αξιοποιούσε κάθε ευκαιρία για να υπηρετήσει τον Θεό και να θεραπεύσει ανθρώπους. Στο Τουρουχάνσκ ο λαός τον περιέβαλε με μεγάλη αγάπη, και αυτό ενόχλησε τόσο τις αρχές, ώστε τον έστειλαν πέρα από τον αρκτικό κύκλο, στο μικρό χωριό Πλάχινο. Εκεί υπέφερε τα πάνδεινα από το ψύχος και τη σκληρότητα των ανθρώπων, αλλά σύντομα οι κάτοικοι του Τουρουχάνσκ απαίτησαν την επιστροφή του.
Μετά το τέλος της εξορίας του γύρισε στην Τασκένδη και υπηρέτησε στον τοπικό ναό. Οι σοβιετικές αρχές όμως δεν τον άφηναν ήσυχο. Τον Μάιο του χίλια εννιακόσια τριάντα ένα συνελήφθη ξανά και έμεινε μήνες στη φυλακή.
Έπειτα εξορίστηκε στο Αρχάγγελσκ για τρία χρόνια, όπου και πάλι θεράπευε ασθενείς. Όταν επέστρεψε, εγκαταστάθηκε στο Αντιζάν και συνέχισε ως επίσκοπος και γιατρός. Μια βαριά αρρώστια του προκάλεσε αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς και μετά την εγχείρηση τυφλώθηκε από το ένα μάτι.
Τον Δεκέμβριο του χίλια εννιακόσια τριάντα επτά συνελήφθη ξανά. Τον ανέκριναν συνεχώς για πολλές μέρες και τον πίεζαν να υπογράψει έτοιμα πρακτικά που είχαν συντάξει οι ανακριτές. Εκείνος ξεκίνησε απεργία πείνας και αρνήθηκε κατηγορηματικά να υπογράψει ό,τι δεν δεχόταν η χριστιανική του συνείδηση.
Ακολούθησε νέα καταδίκη και νέα εξορία, αυτή τη φορά στη Σιβηρία. Από το χίλια εννιακόσια τριάντα επτά μέχρι το χίλια εννιακόσια σαράντα ένα έζησε στην κωμόπολη Μπολσάγια Μούρτα της περιφέρειας Κρασνογιάρσκ. Με το ξέσπασμα του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου μεταφέρθηκε στο Κρασνογιάρσκ, όπου θεράπευε τους τραυματίες πολεμιστές.
Το χίλια εννιακόσια σαράντα τρία ανέβηκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του Κρασνογιάρσκ και έναν χρόνο αργότερα έγινε αρχιεπίσκοπος Ταμπώφ και Μιτσούρινσκ. Εκείνη την περίοδο η στάση των αρχών απέναντί του φάνηκε να αλλάζει. Τον Φεβρουάριο του χίλια εννιακόσια σαράντα έξι τιμήθηκε με το βραβείο Στάλιν για τις επιστημονικές του ανακαλύψεις στον τομέα της ιατρικής.
Τον Μάιο του ίδιου χρόνου τοποθετήθηκε αρχιεπίσκοπος Κριμαίας και Συμφερουπόλεως, σε ηλικία εβδομήντα ετών, για να αναλάβει εκεί νέους κόπους και μεγάλη ποιμαντική ευθύνη απέναντι στο πτωχό ποίμνιο. Στη Συμφερούπολη τάιζε καθημερινά στο σπίτι του τους άπορους της περιοχής. Αγωνιζόταν να ανοίξουν εκκλησίες, ενώ ταυτόχρονα νουθετούσε τους ιερείς να γίνουν παράδειγμα ζωής.
Συνέχισε να ασκεί δωρεάν την ιατρική, μιμούμενος τον Χριστό που διήλθε ευεργετώντας και θεραπεύοντας τους ανθρώπους. Το χίλια εννιακόσια πενήντα οκτώ τυφλώθηκε εντελώς, αλλά δεν έχασε το θάρρος του ούτε την ικανότητα να πηγαίνει μόνος του στον ναό, να προσκυνά τα ιερά και να συμμετέχει στις Θείες Λειτουργίες. Άφησε περίπου επτακόσια πενήντα κηρύγματα, που χαρακτηρίστηκαν εξαιρετικό φαινόμενο στη σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή και θεολογία.
Την Κυριακή έντεκα Ιουνίου του χίλια εννιακόσια εξήντα ένα, ημέρα των Αγίων Πάντων της Ρωσίας, ο Κύριος τον κάλεσε στην ουράνια βασιλεία του. Η κηδεία του μετατράπηκε σε λαϊκό προσκύνημα, με πλήθος γυναικών με άσπρα μαντίλια να ψάλλουν τον Τρισάγιο ύμνο. Τάφηκε στο κοιμητήριο της Συμφερουπόλεως, ενώ η μνήμη του αγίου του ανδρός παρέμεινε ζωντανή στις καρδιές των πιστών της Κριμαίας και ολόκληρης της ορθόδοξης οικογένειας.
Τον Νοέμβριο του χίλια εννιακόσια ενενήντα πέντε ανακηρύχθηκε άγιος από την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία. Στις δεκαεπτά Μαρτίου του χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι έγινε με επισημότητα η ανακομιδή των λειψάνων του, που τέθηκαν σε λαϊκό προσκύνημα. Τα λείψανά του εξέπεμπαν άρρητη ευωδία, ενώ η καρδιά του βρέθηκε άφθαρτη, μαρτυρία της μεγάλης αγάπης του για τον Χριστό και τον πλησίον.
Στις είκοσι Μαρτίου του ίδιου έτους μεταφέρθηκαν στον ναό της Αγίας Τριάδος της Συμφερουπόλεως. Τεμάχιο των λειψάνων δόθηκε στην Ιερά Μονή Σαγματά της Ελλάδος και σε άλλους τόπους του κόσμου, όπου εξακολουθούν να επιτελούν αναρίθμητα θαύματα. Στη λιτανεία από τον τάφο προς τον καθεδρικό ναό συμμετείχαν περίπου σαράντα χιλιάδες πιστοί.
Το έτος δύο χιλιάδες, στην Ιωβηλαία Σύνοδο των Επισκόπων, ο Άγιος Λουκάς αναγνωρίστηκε από όλη τη Ρωσική Εκκλησία ως ένας από τους νεομάρτυρες και ομολογητές. Η μνήμη του τιμάται στις έντεκα Ιουνίου, ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του. Οι Έλληνες πιστοί, από ευγνωμοσύνη για τις θεραπείες που έλαβαν με τις πρεσβείες του, δώρισαν τριακόσια κιλά αργύρου για την κατασκευή λαμπρής λειψανοθήκης.
Άγιε Ιεράρχα Λουκά, πρέσβευε στον Θεό για όλους εμάς.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 11 Qershor
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Όσιος Βαρνάβας ο ασκητής του Βετλούγκα
Είκοσι οκτώ ολόκληρα χρόνια ένας ιερέας από το Βελίκι Ουστιούγκ έζησε ολομόναχος στην έρημο, τρώγοντας χόρτα και βελανίδια στις όχθες του ποταμού Βετλούγκα. Γύρω από το κελί του περιφέρονταν αρκούδες και άγρια ζώα, που…
Lexo jetën
Η Παναγία «Άξιον Εστί» και ο ουράνιος υμνωδός
Ένας άγνωστος μοναχός χάραξε με το δάχτυλό του πάνω σε πέτρινη πλάκα, σαν να ήταν κερί, τον ύμνο της Παναγίας. Λίγο αργότερα ο νεαρός υποτακτικός κατάλαβε πως ο μυστηριώδης επισκέπτης δεν ήταν άλλος από…
Lexo jetën
Ο Απόστολος Βαρθολομαίος και η μαρτυρική του πορεία
Ένας από τους Δώδεκα μαθητές του Χριστού γδάρθηκε ζωντανός στην Αρμενία και αποκεφαλίστηκε με το δέρμα του στα χέρια των δημίων. Η πέτρινη λάρνακά του ταξίδεψε μόνη της στη θάλασσα και έφτασε θαυματουργικά στο…
Lexo jetën
Ο Απόστολος Βαρνάβας της Κύπρου
Όταν οι μαθητές στην Ιερουσαλήμ έτρεμαν να δεχτούν τον πρώην διώκτη Σαύλο, ένας άνθρωπος τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στους Αποστόλους. Ο ίδιος άνθρωπος είχε λίγο νωρίτερα πουλήσει το χωράφι του…
Lexo jetën
Οι Άγιοι Μάρτυρες της Κίνας και ο Ιερομάρτυρας Μητροφάνης
Η Μαρία, αρραβωνιαστικιά του Ησαΐα, μόλις δεκαεννέα ετών, είχε έρθει στο σπίτι του πατρός Μητροφάνη για να πεθάνει μαζί με την οικογένεια του αρραβωνιαστικού της. Όταν οι Πυγμάχοι περικύκλωσαν το σπίτι, βοήθησε τους άλλους…
Lexo jetën