EmailFacebookΕπικοινωνία
Άγιος Γρηγόριος ο Διδάσκαλος ο Βατοπαιδινός
Άγιος Γρηγόριος ο Διδάσκαλος ο Βατοπαιδινός

Όταν ο ηγεμόνας της Ρουμανικής Χώρας τον κάλεσε να ανέβει στον μητροπολιτικό θρόνο, ο ταπεινός ιεροδιάκονος αρνήθηκε την πολυτελή άμαξα και βάδισε με τα πόδια προς το Βουκουρέστι. Σε ένα χωριό κοντά στην πρωτεύουσα ένας ιερέας τον πέρασε για κοινό μοναχό και τον έστειλε να κοιμηθεί μέσα στον στάβλο με τα γουρούνια. Ο νέος ιεράρχης γεννήθηκε σε μια ευλογημένη οικογένεια του Βουκουρεστίου, στα χίλια επτακόσια εξήντα πέντε, και στο βάπτισμα έλαβε το όνομα Γεώργιος.

Ο νεαρός Γεώργιος Μινκουλέσκου σπούδασε στις πιο φημισμένες σχολές της εποχής, ανάμεσά τους και στην ηγεμονική Ακαδημία του Αγίου Σάββα. Εκεί απέκτησε μια εξαιρετική παιδεία και μια σοβαρή θεολογική καλλιέργεια, η οποία τον σημάδεψε για όλη του τη ζωή. Μετά το πέρας των σπουδών του αναχώρησε μαζί με δύο συμφοιτητές και φίλους για το μοναστήρι Νεάμτς της Μολδαβίας.

Το κοινόβιο τότε καθοδηγούνταν από τον μέγα στάρετς Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ, ο οποίος είχε αναγεννήσει την ορθόδοξη μοναχική παράδοση στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Στα χίλια επτακόσια ενενήντα ο νεαρός υποτακτικός εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Γρηγόριος, αφιερώνοντας τη ζωή του στην ησυχία και τη μελέτη. Επειδή γνώριζε άριστα τη λατινική και την ελληνική γλώσσα, του ανατέθηκε με υπακοή να μεταφράσει αρκετά συγγράμματα των αγίων πατέρων.

Ύστερα από μερικά χρόνια στάλθηκε μαζί με τον φίλο του, τον μοναχό Γερόντιο, πίσω στο Βουκουρέστι. Εκεί του εμπιστεύτηκαν τη φροντίδα της σπουδαίας βιβλιοθήκης της μητροπόλεως, όπου εργάστηκε με ζήλο και επιμέλεια για αρκετό καιρό. Αργότερα όμως η καρδιά του τον τράβηξε προς το Άγιον Όρος, την περιβόητη πολιτεία της ορθοδόξου μοναχικής ζωής.

Ασκήτεψε για κάποιο διάστημα στην περιοχή Καλαμιτσίου, που ανήκει στην Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, και έλαβε από εκεί την προσωνυμία Βατοπαιδινός. Στα χίλια οκτακόσια δώδεκα έφυγε από τον Άθωνα και επέστρεψε στο αγαπημένο του μοναστήρι του Νεάμτς. Εκεί συνέχισε με αφοσίωση το έργο της μεταφράσεως και της εκτυπώσεως των ιερών βιβλίων, προσφέροντας ανεκτίμητο πνευματικό θησαυρό στον λαό του.

Παρέμεινε στη μονή μέχρι το χίλια οκτακόσια είκοσι, οπότε και επέστρεψε ξανά στην πρωτεύουσα της Βλαχίας. Διέμεινε για λίγο στο μοναστήρι Αντίμ και ύστερα εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι Καλνταρουσάνι, σε αγιορειτικού τύπου κοινόβιο. Το μοναστήρι Καλνταρουσάνι βρισκόταν τριάντα χιλιόμετρα βορείως του Βουκουρεστίου και ακολουθούσε αγιορειτικό τυπικό, το οποίο είχε καθιερώσει ο μαθητής του αγίου Παϊσίου, ο καθηγούμενος Γεώργιος από την Τσερνίκα.

Εκεί ο άγιος Γρηγόριος έζησε με αξιοθαύμαστη ταπείνωση μέσα σε ένα μικρό και λιτότατο κελλί. Για κρεβάτι είχε μια απλή σανίδα σκεπασμένη με ψάθα και μια κουβέρτα, ενώ γύρω του υπήρχαν μόνο ένα τραπέζι, μια καρέκλα, μια εικόνα και δύο δισάκια με βιβλία. Αν και βρισκόταν ακόμη στον βαθμό του ιεροδιακόνου, η φήμη της σοφίας και της ταπεινώσεώς του είχε ξεπεράσει τα τείχη του μοναστηριού του.

Στα χίλια οκτακόσια είκοσι τρία ο ηγεμόνας της Ρουμανικής Χώρας Γρηγόριος Δημήτριος Γκίκας τον κάλεσε επειγόντως στο Βουκουρέστι. Σκοπός της προσκλήσεως ήταν να τον ανεβάσει στον περίβλεπτο θρόνο της μητροπόλεως Ουγγροβλαχίας, με γενική επιθυμία κλήρου και λαού. Ο άγιος δέχτηκε με μεγάλη δυσκολία την επώδυνη αυτή υπακοή, αρνούμενος όμως κάθε εξωτερική επίδειξη και τιμή.

Αρνήθηκε λοιπόν την πολυτελή άμαξα του βοεβόδα και ξεκίνησε για την πρωτεύουσα πεζοπορώντας ταπεινά μέσα στους δρόμους. Καθώς τον έπιανε η νύκτα στον δρόμο, ζήτησε φιλοξενία από τον ιερέα ενός χωριού κοντά στο Βουκουρέστι, για να αναπαυθεί λίγο. Εκείνος όμως, βλέποντας έναν απλό μοναχό σκονισμένο και κουρασμένο από την πορεία, δεν τον δέχτηκε στο σπιτικό του.

Τον έστειλε αντιθέτως να κοιμηθεί μέσα στον σταύλο μαζί με τα ζώα, χωρίς καμία τιμή ή στοιχειώδη ευγένεια. Όταν αργότερα ο ίδιος ιερέας ήρθε στη μητρόπολη για να ασπαστεί το χέρι του νέου ποιμενάρχη, αναγνώρισε με τρόμο τον περαστικό μοναχό. Έτρεμε ολόκληρος από τον φόβο του και δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό του μπροστά στον σεβάσμιο μητροπολίτη.

Ο άγιος Γρηγόριος όμως τον αναγνώρισε και τον καθησύχασε με πραότητα, λέγοντάς του πως τα γουρούνια της αγιωσύνης του ήταν πολύ καθώς πρέπει. Δεν του έκανε καμία απολύτως παρατήρηση ούτε επέβαλε καμία ποινή, δείχνοντας έμπρακτα το ήθος του αληθινού ποιμένα. Η ενθρόνισή του στον μητροπολιτικό θρόνο της Ουγγροβλαχίας έλαβε χώρα την ενδέκατη ημέρα του Ιανουαρίου, στα χίλια οκτακόσια είκοσι τρία.

Παραδίδοντάς του την αρχιερατική ράβδο, ο ηγεμόνας πρόφερε τα προφητικά λόγια ότι ευλόγησε ο Θεός όχι όποιον έτρεξε ούτε όποιον παρακάλεσε. Ως μητροπολίτης ο άγιος Γρηγόριος ανέπτυξε πλούσιο ποιμαντικό και κοινωνικό έργο σε ολόκληρη τη Ρουμανική Χώρα, με αξιοθαύμαστη ευλάβεια και διάκριση. Εγκατέστησε άξιους επισκόπους στους θρόνους της Άρτζες, του Ράμνικ και του Μπουζάου, οικοδόμησε εκκλησίες και ίδρυσε σχολεία στα χωριά και τις πόλεις.

Με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκαν επίσης τα Σεμινάρια του Βουκουρεστίου, του Μπουζάου, της Κούρτσα ντε Άρτζες και του Ράμνικ, για τη μόρφωση του ιερού κλήρου. Φρόντισε επίσης ιδιαιτέρως για τους φτωχούς, τις χήρες και τα ορφανά παιδιά, βλέποντας στα πρόσωπά τους τον ίδιο τον Χριστό. Άρχισε ακόμη την επισκευή του καθεδρικού μητροπολιτικού ναού του Βουκουρεστίου, καθώς και την εκτύπωση των βίων των αγίων σε δώδεκα ολόκληρους τόμους.

Στα χίλια οκτακόσια είκοσι εννέα όμως ο άγιος εξορίστηκε στη Βεσσαραβία από το ρωσικό καθεστώς που κατείχε τότε τη χώρα. Του επετράπη να επανέλθει στο Βουκουρέστι μόλις στα χίλια οκτακόσια τριάντα τρία, ύστερα από πολλές πικρίες και ταλαιπωρίες. Στις είκοσι δύο Ιουνίου του χιλίων οκτακοσίων τριάντα τέσσερα κοιμήθηκε εν Κυρίω την ώρα της ιεράς αγρυπνίας.

Ο άγιος ενταφιάστηκε σε θέση που είχε διαλέξει μόνος του, κάτω από τη στέγη του καθεδρικού ναού, στη βόρεια πλευρά του ιερού βήματος. Έπειτα από επτά χρόνια, στα χίλια οκτακόσια σαράντα ένα, έγινε η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του και η μεταφορά τους στο οστεοφυλάκειο της μονής Καλνταρουσάνι. Έναν αιώνα αργότερα, στα χίλια εννιακόσια τριάντα τέσσερα, τα λείψανα τοποθετήθηκαν σε ένα μικρό φέρετρο από σκαλιστή βελανιδιά.

Το ιερό αυτό φέρετρο βρισκόταν στο παρεκκλήσιο του κοιμητηρίου του αγαπημένου του μοναστηριού, ως αντικείμενο ευλαβικής τιμής για τους πιστούς. Στα χίλια εννιακόσια εξήντα ένα, με τη φροντίδα του πατριάρχου Ιουστινιανού, ο άγιος επανενταφιάστηκε στον νάρθηκα της μεγάλης εκκλησίας του μοναστηριού. Πάνω από τον τάφο του τοποθετήθηκε μια ωραία σκαλισμένη πέτρινη πλάκα, που τιμούσε τη μνήμη του διδασκάλου ιεράρχου.

Στη συνεδρία της εικοστής και εικοστής πρώτης Οκτωβρίου του δύο χιλιάδες πέντε η Ιερά Σύνοδος της Ρουμανικής Εκκλησίας ενέκρινε την κατάταξή του στο αγιολόγιο. Η επίσημη ανακήρυξη έγινε στις είκοσι μία Μαΐου του δύο χιλιάδες έξι στον πατριαρχικό καθεδρικό ναό του Βουκουρεστίου, με τη συμμετοχή πολλών αδελφών Ορθοδόξων Εκκλησιών.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 22 Qershor

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.