EmailFacebookΕπικοινωνία

Η Αναστασία η Φαρμακολύτρια και ο δρόμος του μαρτυρίου

Μέσα στις σκοτεινές φυλακές της Ρώμης, μια νεαρή αρχόντισσα έπλενε τις πληγές των βασανισμένων χριστιανών με τα ίδια της τα χέρια. Φορούσε ρούχα ζητιάνας και πλήρωνε χρυσάφι στους φρουρούς, μόνο και μόνο για να φτάσει κοντά στους μάρτυρες του Χριστού. Το όνομά της σημαίνει ανάσταση, και η ζωή της έγινε αλήθεια ζωντανή αυτού του ονόματος.

Γεννήθηκε στη Ρώμη, στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, από πατέρα ειδωλολάτρη πατρίκιο, τον Πραιτεξτάτο, και από μητέρα κρυφά χριστιανή, τη Φαύστα. Η μητέρα της φύτεψε στην ψυχή της τους πρώτους σπόρους της πίστεως και την εμπιστεύθηκε στον Χρυσόγονο, έναν σοφό διδάσκαλο των Αγίων Γραφών. Κοντά του η Αναστασία έμαθε να αγαπά τον Χριστό περισσότερο από κάθε επίγειο πλούτο.

Όταν πέθανε η μητέρα της, ο πατέρας της την πάντρεψε με τον Ποπλίωνα, έναν ειδωλολάτρη σκληρό και ταπεινό στις επιθυμίες του. Η νέα γυναίκα, για να φυλάξει την παρθενία της, προσποιήθηκε διαρκώς άρρωστη και απέφυγε κάθε σαρκική σχέση μαζί του. Όταν ο Ποπλίωνας ανακάλυψε ότι η σύζυγός του φρόντιζε τους φυλακισμένους χριστιανούς, εξοργίστηκε και την έκλεισε στο σπίτι κάτω από αυστηρή φύλαξη.

Της απαγόρευσε κάθε επαφή με τον έξω κόσμο και προσπάθησε να την λυγίσει με κακομεταχείριση. Όμως η Αναστασία βρήκε τρόπο, μέσω μιας ηλικιωμένης χριστιανής, να στείλει γράμμα στον πνευματικό της πατέρα, τον Χρυσόγονο, που ήταν κι αυτός στη φυλακή. Εκείνος της απάντησε με λόγια γεμάτα παρηγοριά και ελπίδα, λέγοντας ότι οι διωγμοί και οι θλίψεις είναι η κληρονομιά των μαθητών του Χριστού.

Της θύμισε ότι μετά τη νύχτα έρχεται πάντοτε η λαμπρή ημέρα και μετά τον χειμώνα ανθίζει η άνοιξη. Με αυτές τις επιστολές η νεαρή γυναίκα υπέμεινε με γενναιότητα τη στέρηση της τροφής και τις σκληρές κακοποιήσεις. Έπειτα από τρεις μήνες ο σύζυγός της πνίγηκε στη θάλασσα, καθώς ταξίδευε για την Περσία ως απεσταλμένος του αυτοκράτορα.

Έτσι η Αναστασία ελευθερώθηκε και κληρονόμησε όλη την περιουσία του πατέρα της. Με τη μεγάλη αυτή κληρονομιά αφοσιώθηκε ολόψυχα στην ανακούφιση των χριστιανών που υπέφεραν μέσα στα δεσμωτήρια. Στο μεταξύ ο Διοκλητιανός βρισκόταν στην Ακυληία και διέταξε να θανατωθούν όλοι οι φυλακισμένοι χριστιανοί της Ρώμης.

Ο Χρυσόγονος οδηγήθηκε ενώπιόν του, καθώς θεωρήθηκε ο κύριος στυλοβάτης της σταθερότητας των πιστών. Όταν ο αυτοκράτορας του υποσχέθηκε τιμές και αξιώματα, εκείνος απάντησε με θαρραλέα ειρωνεία ότι τίποτε δεν είναι ποθεινότερο από τον αληθινό Θεό. Τότε τον οδήγησαν σε έρημο τόπο και του απέκοψαν την κεφαλή, ρίχνοντας το σώμα του σε γειτονικό ποταμό.

Με θεϊκή αποκάλυψη ένας ευλαβής ασκητής της περιοχής, ο Ζωΐλος, βρήκε τα τίμια λείψανά του και τα φύλαξε με ευλάβεια στο σπίτι του. Σύντομα τρεις νεαρές αδελφές από τη Θεσσαλονίκη, η Αγάπη, η Χιονία και η Ειρήνη, οδηγήθηκαν στο μαρτύριο μπροστά στον Διοκλητιανό στην Ακυληία. Η Αναστασία τις στήριξε πνευματικά πριν από την άθλησή τους και αργότερα ενταφίασε τα ιερά τους σώματα.

Ταξίδεψε από πόλη σε πόλη υπηρετώντας τους ομολογητές, και έμαθε ακόμη και την ιατρική τέχνη, για να γιατρεύει μόνη της τις πληγές των μαρτύρων που βασανίζονταν για το όνομα του Χριστού. Όταν ο τύραννος διέταξε να θανατωθούν σε μία μόνη νύχτα όσοι χριστιανοί βρίσκονταν στις φυλακές, η Αναστασία πήγε όπως συνήθως στο δεσμωτήριο και δεν βρήκε κανέναν από τους αδελφούς της. Άρχισε τότε να θρηνεί δυνατά, συντετριμμένη από τον πόνο για την απώλεια των αγαπημένων προσώπων.

Οι ειδωλολάτρες που πέρασαν εκεί τη ρώτησαν για την αιτία της θλίψης, και εκείνη ομολόγησε χωρίς φόβο την πίστη της στον Χριστό. Συνελήφθη και οδηγήθηκε στον έπαρχο του Ιλλυρικού, τον Φλώρο, και κατόπιν ενώπιον του ίδιου του Διοκλητιανού. Στις ανακρίσεις απάντησε με σοφία και παρρησία, περιφρονώντας τα υλικά αγαθά και προσδοκώντας την ένωσή της με τους αδελφούς στη Βασιλεία των Ουρανών.

Ο αυτοκράτορας την παρέδωσε στον αρχιερέα του Καπιτωλίου, τον Ουλπιανό, ο οποίος της παρουσίασε από τη μία πλούσια στολίδια και χρυσάφι, και από την άλλη τα φοβερά όργανα βασανισμού. Εκείνη διάλεξε χωρίς δισταγμό τα όργανα του μαρτυρίου και απέρριψε με αηδία κάθε εγκόσμια λάμψη. Όταν ο ειδωλολάτρης ιερέας πλησίασε για να την ατιμάσει, τυφλώθηκε ξαφνικά και πέθανε καθώς προσπαθούσε να φτάσει στο ειδωλείο.

Ελεύθερη πλέον η Αναστασία πήγε στη Νίκαια της Βιθυνίας και γνώρισε εκεί την ευσεβή χήρα Θεοδότη, που είχε αφιερωθεί στην υπηρεσία των χριστιανών. Ο Διοκλητιανός είχε δώσει τη Θεοδότη ως σύζυγο στον κόμη Λευκάδιο, για να την παρασύρει στην ειδωλολατρία. Εκείνη όμως αρνήθηκε σταθερά και αφοσιώθηκε με τα τρία της παιδιά στην υπηρεσία των ομολογητών.

Όταν ο Λευκάδιος έμαθε τη στάση της, την παρέδωσε στον ανθύπατο της Βιθυνίας, τον Νικήτα, για να τιμωρηθεί. Ο μεγαλύτερος γιος της, ο Εύοδος, στάθηκε μπροστά στον τύραννο με θαυμαστό θάρρος και δέχθηκε με υπομονή τα μαστιγώματα μέχρι θανάτου. Η μητέρα τον στήριξε με λόγια πίστεως και έπειτα ρίχτηκε μαζί με τις δύο κόρες της σε μεγάλη πυρκαγιά, δοξάζοντας τον Θεό για το τέλος της.

Στο μεταξύ η Αναστασία συνελήφθη ξανά και οδηγήθηκε ενώπιον του Λουκιανού, του νέου επάρχου του Ιλλυρικού. Εκείνος ζήτησε να του παραδώσει την περιουσία της, όμως η αγία αρνήθηκε λέγοντας ότι ο πλούτος της ανήκει στους φτωχούς και όχι στους άρπαγες. Τότε την έκλεισαν στη φυλακή και της στέρησαν την τροφή για ολόκληρο μήνα.

Μέσα στη φυλακή η Αναστασία ενισχυόταν από συχνά οράματα της αγίας Θεοδότης, που της έδινε θάρρος και πνευματική παρηγοριά. Όταν ο έπαρχος είδε ότι παρέμενε λαμπερή και γεμάτη χαρά, την κράτησε άλλες τριάντα ημέρες στα χέρια των πιο σκληρών δημίων. Στο τέλος την καταδίκασε σε θάνατο μαζί με εκατόν τριάντα ειδωλολάτρους κατάδικους και έναν χριστιανό ονόματι Ευτυχιανό.

Τους ανέβασαν όλους σε ένα τρυπημένο πλοίο και τους εγκατέλειψαν στο πέλαγος, για να πνιγούν. Πριν όμως βυθιστεί το σκάφος, φανερώθηκε η αγία Θεοδότη στο πηδάλιο και οδήγησε την ναυς μέχρι το νησί Παλμαρία, όπου βρίσκονταν εξόριστοι χριστιανοί. Μπροστά σε αυτό το μεγάλο θαύμα όλοι οι κατάδικοι αγκάλιασαν την πίστη του Χριστού γεμάτοι ευγνωμοσύνη.

Όταν ο έπαρχος έμαθε το γεγονός, έστειλε στρατιώτες στο νησί και συνέλαβε διακόσιους νεοφώτιστους χριστιανούς. Όλους τους αποκεφάλισαν μαζί με την Αναστασία, η οποία κέρδισε επιτέλους το στεφάνι του μαρτυρίου. Τα τίμια λείψανά της μεταφέρθηκαν αργότερα στην Κωνσταντινούπολη από τον πατριάρχη Γεννάδιο, τον πέμπτο αιώνα, και εναποτέθηκαν στον ναό που φέρει το όνομά της, όπου επιτελούνται πλήθος θαυμάτων.

0