Όσιος Ιωάννης ο Ριλιώτης, ο Μέγας Ασκητής της Βουλγαρίας
Ένα ορφανό βοσκόπουλο άπλωσε το κουρελιασμένο πουκάμισό του στα ορμητικά νερά του ποταμού Στρυμόνα και πέρασε απέναντι σαν να βάδιζε σε στεριά. Αυτό το παιδί έγινε αργότερα ο μεγαλύτερος ασκητής της Βουλγαρικής Εκκλησίας και ουράνιος προστάτης ολόκληρου του βουλγαρικού έθνους. Γεννήθηκε στο χωριό Σκρίνο της περιοχής του Σρέντετς, της σημερινής Σόφιας, τον ένατο αιώνα μετά Χριστόν από φτωχούς γονείς.
Όταν έμεινε ορφανός, πήρε τον δρόμο της βοσκής για να αποφεύγει τους ανθρώπους και τη φασαρία τους. Κάποτε ένας πλούσιος αφέντης τον χτύπησε σκληρά, επειδή είχε χάσει μια αγελάδα μαζί με το μοσχάρι της. Το παιδί έκλαψε πικρά και προσευχήθηκε στον Θεό να το βοηθήσει στη μεγάλη του στενοχώρια.
Όταν βρήκε επιτέλους το ζώο, τα νερά του ποταμού κατέβαιναν φουσκωμένα και απειλητικά. Τότε ο μικρός βοσκός γονάτισε, έκανε τον σταυρό του πάνω στο φτωχικό του ρούχο και έριξε το πουκάμισο στο ποτάμι. Πήρε το μοσχάρι στην αγκαλιά του και πέρασε απέναντι θαυμαστά, σαν να βάδιζε σε στεγνό έδαφος.
Ο πλούσιος, κρυμμένος στο δάσος, τρόμαξε από το θαύμα που είδαν τα ίδια του τα μάτια. Αντάμειψε γενναιόδωρα το παιδί, αλλά το έδιωξε για πάντα από τον τόπο του. Ο νεαρός μοίρασε τα λίγα υπάρχοντά του και έφυγε από το χωριό, αναζητώντας τη μοναχική ζωή κοντά στον Θεό.
Πού και πότε ακριβώς έλαβε το μοναχικό σχήμα παραμένει άγνωστο και κρυμμένο μέσα στη σιωπή της ιστορίας. Στην αρχή κατοίκησε πάνω σε έναν ψηλό και άγονο λόφο, με κελί φτιαγμένο από κλαριά και χόρτα. Έτρωγε μόνο άγρια φυτά της ερήμου και προσευχόταν αδιάκοπα μέρα και νύχτα στον Κύριο.
Κάποια νύχτα όμως ληστές έπεσαν επάνω του, τον χτύπησαν αλύπητα και τον έδιωξαν από εκείνο τον τόπο. Έτσι ο όσιος αναζήτησε άλλο καταφύγιο και βρήκε μια βαθιά σπηλιά μέσα στην ερημιά. Εκεί εγκαταστάθηκε για να ζει με νηστεία, αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή.
Σύντομα έφτασε στο μέρος και ο ανιψιός του Λουκάς, που εγκατέλειψε κρυφά το πατρικό του σπίτι. Στην αρχή ο όσιος νόμισε ότι ήταν δαιμονικός πειρασμός και προσευχήθηκε με δύναμη. Όταν όμως ο Λουκάς γονάτισε και ζήτησε την ευχή του, κατάλαβε πως ήταν αληθινά το παιδί.
Τον ευλόγησε και τον δέχτηκε κοντά του, ενώ ο νέος ζούσε με μίμηση του Προδρόμου στην έρημο. Όμως ο διάβολος δεν άντεξε την αγία ζωή των δύο ασκητών και κίνησε έναν γνωστό του πατέρα. Εκείνος βρήκε τον αδελφό του Ιωάννη βυθισμένο στη θλίψη για την εξαφάνιση του γιου του και του είπε ψέματα.
Του είπε ότι ο όσιος είχε αρπάξει το παιδί και ότι ο μικρός κινδύνευε να γίνει τροφή για άγρια θηρία. Ο πατέρας οργίστηκε, καταράστηκε τον αθώο αδελφό του και έτρεξε προς τη σπηλιά μαζί του. Όταν έφτασε, βρήκε τον όσιο και τον έβρισε άσχημα, λέγοντας ότι του είχε κλέψει το παιδί.
Προσπάθησε μάλιστα να τον σκοτώσει με ένα βαρύ ξύλο και με πέτρες, αλλά εκείνος στεκόταν σιωπηλός. Στη συνέχεια άρπαξε τον Λουκά και τον τραβούσε βίαια προς τον κόσμο και τη ματαιότητά του. Ο όσιος έπεσε γονατιστός και δάκρυσε, παρακαλώντας τον Κύριο να σώσει την ψυχή του παιδιού.
Λίγο μετά τον δρόμο, ένα φίδι δάγκωσε τον νεαρό, και εκείνος πέθανε χωρίς πόνο. Ο πατέρας τότε επέστρεψε συντετριμμένος και μετανοημένος στον Ιωάννη και του φανέρωσε το γεγονός. Ο όσιος τον παρηγόρησε, δόξασε τον Θεό και επισκεπτόταν συχνά τον τάφο του ανιψιού του.
Έπειτα από δώδεκα ολόκληρα χρόνια μέσα στη σπηλιά, ο όσιος προχώρησε ακόμα βαθύτερα στην έρημο της Ρίλας. Εκεί εγκαταστάθηκε μέσα στην κουφάλα ενός μεγάλου δέντρου, ζώντας με νηστεία, αδιάκοπη προσευχή και άφθονα δάκρυα. Έτρωγε μόνο χορτάρια του βουνού, και ο Θεός βλέποντας την υπομονή του έκανε να φυτρώσουν φασόλια.
Με αυτή τη θαυμαστή τροφή συντηρήθηκε για πολλά χρόνια μέσα στην έρημο του βουνού. Μια ημέρα ένα κοπάδι τρομαγμένων προβάτων έτρεξε στους κατηφορικούς δρόμους και έφτασε ως το μέρος του οσίου. Οι βοσκοί που ακολούθησαν είδαν με έκπληξη τον ερημίτη να τους χαιρετά με γλυκύτητα και αγάπη.
Τους κάλεσε να μαζέψουν και να φάνε από τα φασόλια του για να χορτάσουν. Ένας όμως κρύφτηκε και πήρε πολλά για το σπίτι του, σκοπεύοντας να τα δείξει στους συντρόφους. Στον δρόμο όμως οι λοβοί βρέθηκαν εντελώς άδειοι από καρπό μέσα στις τσέπες του.
Οι βοσκοί γύρισαν μετανοημένοι πίσω, και ο γέροντας με ένα χαμόγελο τους δίδαξε. Τους είπε πως οι καρποί αυτοί δόθηκαν από τον Θεό μόνο για τη ζωή της ερήμου. Από εκείνη την ημέρα άρχισαν να φέρνουν στον όσιο αρρώστους και ανθρώπους που τους βασάνιζαν ακάθαρτα πνεύματα.
Εκείνος τους θεράπευε όλους με τη θερμή προσευχή του προς τον φιλάνθρωπο Κύριο. Όμως, αποφεύγοντας τη φήμη και τους ανθρώπους, άφησε το αγαπημένο του δέντρο και ανέβηκε σε δύσβατο βράχο. Εκεί έζησε εφτά ολόκληρα χρόνια κάτω από τον ανοιχτό ουρανό, παλεύοντας με τα στοιχεία της φύσης.
Η φήμη της αγιότητάς του έφτασε ακόμη και στον βασιλιά της Βουλγαρίας Πέτρο, που ζήτησε να τον συναντήσει. Ο όσιος όμως, από βαθιά ταπείνωση, του έγραψε επιστολή και αρνήθηκε ευγενικά τη βασιλική επίσκεψη. Αργότερα δέχθηκε κοντά του μοναχούς, οι οποίοι έκτισαν μοναστήρι με ναό μέσα στην παλιά του σπηλιά.
Ποίμανε με σοφία και αγάπη το πνευματικό του ποίμνιο μέχρι τα βαθιά γεράματά του. Κοιμήθηκε εν Κυρίω στις δεκαοχτώ Αυγούστου του εννιακοσίου σαράντα έξι, σε ηλικία εβδομήντα ετών. Πέντε χρόνια πριν την κοίμησή του έγραψε με το χέρι του τη Διαθήκη προς τους Μαθητές.
Το έργο αυτό θεωρείται ένα από τα ωραιότερα κείμενα της παλαιάς βουλγαρικής εκκλησιαστικής γραμματείας. Η ζωή του υπήρξε αληθινό κήρυγμα της πίστης στη νεοφώτιστη βουλγαρική γη. Στα δύσκολα χρόνια του πολέμου της Βουλγαρίας με το Βυζάντιο, ο όσιος εμφανίστηκε στους μαθητές του.
Τους έδωσε εντολή να μεταφέρουν τα ιερά λείψανά του στο Σρέντετς, εκεί όπου κρυβόταν ο πατριάρχης Δαμιανός. Η μετακομιδή των λειψάνων υπολογίζεται ότι έγινε γύρω στο εννιακόσια ογδόντα μετά Χριστόν. Αργότερα, η δεξιά χείρα του οσίου μεταφέρθηκε στη Ρωσία, όπου χτίστηκε ναός στο όνομά του.
Το όνομα του οσίου ήταν γνωστό και αγαπητό στον ρωσικό λαό από τα πολύ παλαιά χρόνια. Πληροφορίες για την κοίμησή του διασώθηκαν ιδιαίτερα σε ρωσικές πηγές, όπως στα Μηναία του δωδέκατου αιώνα. Το έτος χίλια εκατόν ογδόντα τρία, ο Ούγγρος βασιλιάς Βέλα ο Τρίτος, σε εκστρατεία κατά των Ελλήνων, άρπαξε τα λείψανα.
Τα μετέφερε ως λάφυρο στην πόλη Έστεργκομ, μαζί με άλλα λάφυρα του πολέμου του. Όμως το χίλια εκατόν ογδόντα επτά, αφού στόλισε τη λειψανοθήκη, τα επέστρεψε με μεγάλες τιμές. Στις δεκαεννέα Οκτωβρίου του χίλια διακόσια τριάντα οκτώ τα λείψανα μεταφέρθηκαν στη νέα πρωτεύουσα Τίρνοβο.
Στην πρώτη Ιουλίου του χίλια τετρακόσια εξήντα εννέα επέστρεψαν οριστικά στη μονή της Ρίλας. Εκεί αναπαύονται μέχρι σήμερα, χαρίζοντας πλούσια θεία χάρη σε όλους τους πιστούς προσκυνητές.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 18 Gusht
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Η ανακομιδή των λειψάνων του οσίου Αρσενίου της Πάρου
Στα χίλια εννιακόσια εξήντα επτά το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως ανακήρυξε επίσημα άγιο τον όσιο Αρσένιο της Πάρου. Η Εκκλησία τιμά σήμερα την ανακομιδή των ιερών λειψάνων του, ενός ασκητή που έζησε από το…
Lexo jetënΟ Ιερομάρτυς Αγάπιος ο εκ Γαλατίστης
Έξω από τη Θεσσαλονίκη, κοντά στη Θέρμη, ένας σοφός αρχιμανδρίτης του Παναγίου Τάφου έπεσε νεκρός από τα χέρια βίαιων Γενιτσάρων το καλοκαίρι του χίλια επτακόσια πενήντα δύο. Ήταν ο Σχολάρχης της Αθωνιάδος Ακαδημίας, ένας…
Lexo jetënΟ Νεομάρτυς Κωνσταντίνος από την Καππούα
Ένας εικοσάχρονος γιος Τούρκου αξιωματούχου άφησε τη μουσουλμανική ανατροφή του και βαπτίστηκε κρυφά μέσα στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου στην Καππούα. Ο ίδιος ο πατέρας του τον κρέμασε αργότερα σε έναν μεγάλο πλάτανο, όμως…
Lexo jetënΟ ιερομάρτυς Αιμιλιανός της Τρεβίας
Όταν το σπαθί του δημίου άγγιξε τον λαιμό του, λύγισε σαν κερί και δεν άφησε ούτε γρατσουνιά. Από την πληγή του, μετά τον αποκεφαλισμό, αντί για αίμα ανέβλυσε γάλα, και πλήθος ειδωλολατρών πίστεψαν στον…
Lexo jetënΟι Όσιοι Αγάπιος και Πορφύριος, οι Κολλυβάδες ασκητές της Θήρας
Ένας ρακένδυτος μοναχός από το Άγιο Όρος έφτασε στη Σαντορίνη το χίλια οκτακόσια είκοσι δύο και άναψε φωτιά πνευματική στο νησί. Λίγα χρόνια αργότερα, στις απόκρημνες πλαγιές του Μέσα Βουνού, πάνω από τον ορμίσκο…
Lexo jetënΟι Μάρτυρες Έρμος, Σεραπίων και Πολύαινος της Ρώμης
Τρεις νέοι της Ρώμης σύρθηκαν δεμένοι πάνω σε κοφτερές πέτρες, ώσπου παρέδωσαν την ψυχή τους στον Χριστό. Η φλογερή τους αγάπη για την αλήθεια του Ευαγγελίου τους έκανε να αψηφήσουν τα φοβερότερα βασανιστήρια της…
Lexo jetënΦλώρος και Λαύρος, οι λιθοξόοι μάρτυρες
Δύο δίδυμα αδέλφια, λιθοξόοι στο επάγγελμα, έχτισαν με τα ίδια τους τα χέρια έναν ειδωλολατρικό ναό και τον αφιέρωσαν στον Χριστό. Έπειτα τους έριξαν ζωντανούς σε ένα ξερό πηγάδι και τους σκέπασαν με χώμα,…
Lexo jetën