EmailFacebookΕπικοινωνία

Οι Επτά Παίδες της Εφέσου και το θαύμα της Αναστάσεως

Δύο αιώνες ολόκληρους κοιμόντουσαν επτά νέοι μέσα σε μια σφραγισμένη σπηλιά, ώσπου ένας από αυτούς κατέβηκε να αγοράσει ψωμί με νόμισμα του Δεκίου. Όταν ο πωλητής αντίκρισε το αρχαίο χάλκινο κέρμα, νόμισε πως ο νεαρός είχε ανακαλύψει κάποιον κρυμμένο θησαυρό από βαθιά παλαιότερη εποχή. Πίσω από αυτή την παράδοξη στιγμή κρυβόταν ένα από τα μεγαλύτερα θαύματα της Εκκλησίας μας.

Οι Άγιοι Μαξιμιλιανός, Ιάμβλιχος, Μαρτινιανός, Διονύσιος, Αντωνίνος, Κωνσταντίνος και Εξακουστοδιανός ήταν παιδιά αρχόντων της Εφέσου, στρατιωτικοί στη νεαρή τους ηλικία. Έζησαν στα χρόνια του ασεβούς αυτοκράτορα Δεκίου, όταν ο διωγμός κατά των Χριστιανών μαινόταν με σπάνια αγριότητα. Ο μονάρχης έφτασε στην Έφεσο και πρόσταξε όλους τους πολίτες να θυσιάσουν στα είδωλα, απειλώντας με βασανιστήρια και θάνατο όσους θα αρνιόντουσαν την προσταγή του.

Οι επτά νέοι, δεμένοι μεταξύ τους με την πνευματική αγάπη του Χριστού, αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις θυσίες. Καταγγέλθηκαν στον αυτοκράτορα και ομολόγησαν με παρρησία την πίστη τους ενώπιόν του. Εκείνος τους αφαίρεσε τις στρατιωτικές ζώνες και τα διάσημα, αλλά τους άφησε προσωρινά ελεύθερους, ελπίζοντας πως θα μετάνιωναν.

Οι επτά νέοι αξιοποίησαν αυτή την προθεσμία με τρόπο ευαγγελικό και γενναιόδωρο. Μοίρασαν τον χρυσό και τον άργυρο του πατρικού τους σπιτιού στους πτωχούς της πόλης, κρυφά και φανερά. Έπειτα αποσύρθηκαν στο όρος Όχλον, σε μια ευρύχωρη σπηλιά, όπου παρέμεναν με προσευχή και νηστεία περιμένοντας το μαρτύριο.

Ο νεότερος, ο Ιάμβλιχος, ντυνόταν σαν ζητιάνος και κατέβαινε στην πόλη για να αγοράζει το αναγκαίο ψωμί. Κάποια μέρα έμαθε πως ο αυτοκράτορας επέστρεψε και αναζητούσε ξανά τα ονόματά τους με μεγάλη οργή. Μέσα στον φόβο τους έπεσαν με δάκρυα μπροστά στον Θεό, παραδίδοντας τις ψυχές τους στη θεία πρόνοια.

Ενώ συνομιλούσαν παρηγορώντας ο ένας τον άλλον για το μαρτύριο, βάρυναν τα μάτια τους και αποκοιμήθηκαν με ύπνο ειρηνικό. Ο Κύριος επέτρεψε να ξεκουραστούν με τρόπο μυστηριώδη και θαυμαστό για να φανερώσει αργότερα την αλήθεια της αναστάσεως. Ο Δέκιος όταν έμαθε πού κρύβονταν, διέταξε να φραχθεί με πέτρες η είσοδος της σπηλιάς.

Δύο κρυφοί Χριστιανοί αξιωματούχοι, ο Θεόδωρος και ο Ρουφίνος, τοποθέτησαν εκεί ένα μολυβένιο κιβωτίδιο με χαραγμένα τα ονόματα και την ιστορία τους. Πέρασαν περίπου διακόσια χρόνια από εκείνη τη φοβερή νύχτα, όταν στην Εκκλησία ξέσπασε μεγάλη ταραχή. Στα χρόνια του ευσεβούς βασιλιά Θεοδοσίου του νεότερου εμφανίστηκαν αιρετικοί που αρνούνταν την ανάσταση των νεκρών.

Άλλοι έλεγαν πως μετά τον θάνατο χάνεται και η ψυχή μαζί με το σώμα, και άλλοι δέχονταν μόνο πνευματική ανταπόδοση. Ο βασιλιάς θλιβόταν βαθιά και παρακαλούσε με δάκρυα τον Θεό να φανερώσει την αλήθεια της δογματικής διδασκαλίας. Τότε ο γαιοκτήμονας Αδόλιος, στου οποίου την περιοχή βρισκόταν το όρος Όχλον, αποφάσισε να χτίσει μια μάντρα για τα πρόβατά του.

Οι εργάτες του άρχισαν να παίρνουν τις πέτρες της σπηλιάς χωρίς να γνωρίζουν τίποτε για όσα έκρυβε εκείνος ο τόπος μέσα. Όταν άνοιξε άνοιγμα στην είσοδο, ο Κύριος ανέστησε τους επτά νέους από τον μακρόχρονο ύπνο τους. Σηκώθηκαν ξεκούραστοι, σαν να είχαν κοιμηθεί μία μόνο νύχτα, με τα ρούχα τους ακέραια και τη μορφή τους αναλλοίωτη.

Νόμιζαν πως ξύπνησαν για να αντιμετωπίσουν τον Δέκιο και ετοιμάστηκαν με θάρρος για το μαρτύριο που πίστευαν πως τους περίμενε. Έστειλαν ξανά τον Ιάμβλιχο στην πόλη να αγοράσει περισσότερο ψωμί από την προηγούμενη φορά. Καθώς πλησίαζε τις πύλες της Εφέσου, αντίκρισε με κατάπληξη τον Τίμιο Σταυρό περίτεχνα τοποθετημένο στα τείχη.

Άκουγε επίσης τους ανθρώπους να ορκίζονται στο όνομα του Χριστού χωρίς φόβο και χωρίς καμία απόκρυψη. Έκπληκτος και αμήχανος προχώρησε στην αγορά και έδωσε στον αρτοπώλη ένα νόμισμα με τη μορφή του Δεκίου επάνω του. Οι παρόντες θεώρησαν πως είχε ανακαλύψει κάποιον αρχαίο θησαυρό και τον οδήγησαν με τη βία στον επίσκοπο Στέφανο και στον άρχοντα της πόλεως.

Όταν διηγήθηκε τα ονόματα των γονέων του και τις τελευταίες ημέρες του Δεκίου, όλοι κατάλαβαν πως ο Θεός φανέρωνε ένα μέγα μυστήριο μέσα από αυτόν τον νεαρό. Ο επίσκοπος και ο άρχοντας τον ακολούθησαν μαζί με πλήθος λαού προς την σπηλιά. Στην είσοδο βρήκαν το μολυβένιο κιβωτίδιο με τις δύο πινακίδες και διάβασαν τα ονόματα όλων μαζί.

Μπαίνοντας μέσα αντίκρισαν τους επτά Αγίους ζωντανούς, με πρόσωπα λαμπρά από τη χάρη και τη χαρά του Θεού. Η είδηση έφτασε γρήγορα στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, ο οποίος έσπευσε από την Κωνσταντινούπολη στην Έφεσο με μεγάλη συνοδεία αρχόντων και λαού. Μόλις αντίκρισε τους Αγίους μέσα στη σπηλιά, έπεσε στα πόδια τους με δάκρυα και βαθιά ταπείνωση.

Εκείνοι τον σήκωσαν με αγάπη, και ο βασιλιάς τους αγκάλιασε σαν αδέλφια του πνευματικά μπροστά σε όλους τους παρόντες. Καθισμένος απέναντί τους, δόξαζε τον Χριστό που ανέστησε τον Λάζαρο και τώρα φανέρωσε πάλι την αλήθεια της αναστάσεως. Ο Άγιος Μαξιμιλιανός τον βεβαίωσε πως η βασιλεία του θα στερεωθεί για τη σταθερότητα της πίστεώς του και του φανέρωσε το θαύμα.

Για μία ολόκληρη εβδομάδα, σύμφωνα με την παράδοση, ο αυτοκράτορας μοιραζόταν τραπέζι μαζί τους και τους διακονούσε με χαρά. Έπειτα, μπροστά στα μάτια όλων όσων χαίρονταν τη θέα τους, οι Άγιοι έγειραν ξανά το κεφάλι στη γη και παρέδωσαν τις ψυχές τους ειρηνικά. Ο βασιλιάς θέλησε να τους τοποθετήσει σε χρυσές και αργυρές λάρνακες, όμως εκείνοι του εμφανίστηκαν σε όνειρο.

Του ζήτησαν να μείνουν στη σπηλιά τους όπως ήταν πριν, και η τελευταία τους επιθυμία τηρήθηκε με ευλάβεια. Η μνήμη τους τιμάται και στις είκοσι δύο Οκτωβρίου.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 04 Gusht

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Η Αγία Ευδοκία και η μυστική ιεραποστολή στην Περσία

Μέσα στο σπίτι ενός Πέρση αξιωματικού, μια νεαρή αιχμάλωτη κατάφερε να οδηγήσει τους ίδιους τους κυρίους της στην πίστη του Χριστού. Όταν αποκαλύφθηκε το έργο της, οι άρχοντες διέταξαν να τη μαστιγώσουν αλύπητα και…

Lexo jetën
2