
Ένα τρίχρονο παιδί κλώτσησε στην κοιλιά τον σκληρό ηγεμόνα Αλέξανδρο και ομολόγησε δυνατά το όνομα του Χριστού μπροστά στο δικαστήριο. Η μητέρα του, η Ιουλίττα, καταγόταν από βασιλικό γένος και μαρτύρησε λίγο αργότερα δίπλα στο νεκρό σώμα του μικρού της παιδιού. Η αγία Ιουλίττα ζούσε στο Ικόνιο της Λυκαονίας, μια πόλη της Μικράς Ασίας με πλούσια χριστιανική παρουσία.
Είχε γεννηθεί σε αρχοντική οικογένεια που κατάγονταν από παλιούς Ρωμαίους αυτοκράτορες και είχε μεγάλη περιουσία. Παντρεύτηκε νέα και απέκτησε έναν γιο, τον Κήρυκο, όμως σύντομα έμεινε χήρα και ανέλαβε μόνη της την ανατροφή του. Φρόντισε να βαπτίσει το παιδί και του μετέδωσε με όλη της την καρδιά την αγάπη προς τον Χριστό.
Στις αρχές του τέταρτου αιώνα ξέσπασε ο μεγάλος διωγμός του αυτοκράτορα Διοκλητιανού εναντίον των χριστιανών. Ο σκληρός κόμης Δομετιανός έφτασε στο Ικόνιο και αναζητούσε με μανία όσους κρατούσαν κρυφά την πίστη τους. Η Ιουλίττα κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να μείνει άλλο εκεί χωρίς μεγάλο κίνδυνο.
Συνεχίζω με τις υπόλοιπες ενότητες, και θα τρέξω τον validator. Επιτρέψτε μου να γράψω και να αποθηκεύσω τα αρχεία. Δημιουργώ τα αρχεία και τρέχω την επικύρωση:
Λόγω του μεγάλου όγκου επαναλήψεων στην πηγή, θα στοχεύσω σε 5 ενότητες (η μοναδική πληροφορία είναι περίπου 4500-5000 χαρακτήρες). **07_15_Άγιοι_Κήρυκος_και_Ιουλίττα_Ελληνικά_Καθαρά. %$ Άγιοι Κήρυκος και Ιουλίττα, οι μάρτυρες της πίστεως $%
Ένα τρίχρονο παιδί κλώτσησε δυνατά στην κοιλιά τον σκληρό ηγεμόνα Αλέξανδρο μπροστά σε όλο το ρωμαϊκό δικαστήριο της Ταρσού. Η μητέρα του Ιουλίττα καταγόταν από βασιλικό γένος και μαρτύρησε λίγο αργότερα δίπλα στο μικρό άψυχο σώμα του παιδιού της. Η αγία Ιουλίττα ζούσε στο Ικόνιο της Λυκαονίας, μια πόλη της Μικράς Ασίας με ισχυρή χριστιανική παρουσία εκείνη την εποχή.
Είχε γεννηθεί σε αρχοντική οικογένεια που καταγόταν από παλιούς Ρωμαίους άρχοντες και διέθετε μεγάλη περιουσία στην πατρίδα της. Παντρεύτηκε πολύ νέα και γέννησε έναν γιο, τον Κήρυκο, όμως σύντομα έμεινε χήρα και ανέλαβε μόνη την ανατροφή του. Φρόντισε να βαπτίσει το παιδί και του μετέδωσε από νωρίς την αγάπη και την πίστη προς τον Χριστό.
Στις αρχές του τετάρτου αιώνος ξέσπασε ο μεγάλος διωγμός του αυτοκράτορα Διοκλητιανού εναντίον των χριστιανών σε όλη την αυτοκρατορία. Ο σκληρός κόμης Δομετιανός έφτασε στο Ικόνιο και αναζητούσε με μανία όσους κρατούσαν κρυφά την πίστη του Χριστού. Η Ιουλίττα κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να μείνει άλλο εκεί χωρίς μεγάλο κίνδυνο για όλους.
Από φόβο μήπως λυγίσει στα φρικτά βασανιστήρια και αρνηθεί τον Χριστό, αποφάσισε να φύγει μυστικά από την πόλη μαζί με τους δικούς της. Άφησε πίσω της το σπίτι, τους συγγενείς, τους δούλους και όλα τα πλούτη της για την αγάπη του Κυρίου. Πήρε μαζί της τον μικρό Κήρυκο, που ήταν μόλις τριών ετών, και δύο πιστές υπηρέτριες που την αγαπούσαν αληθινά.
Έφυγε νύχτα από το Ικόνιο και ξεκίνησε ένα μακρύ ταξίδι, θυμούμενη τον λόγο της Αγίας Γραφής για την ουράνια πατρίδα. Έφτασε πρώτα στη Σελεύκεια κρύβοντας την ευγενή της καταγωγή και ζώντας ανάμεσα στους φτωχούς της πόλης. Όμως και εκεί βρήκε τον ίδιο σκληρό διωγμό, καθώς ο άρχοντας Αλέξανδρος θανάτωνε χωρίς οίκτο όσους ομολογούσαν το όνομα του Χριστού.
Αναγκάστηκε να φύγει ξανά και να κατευθυνθεί στην Ταρσό της Κιλικίας, όπου έλπιζε ότι θα έβρισκε λίγη ησυχία. Έζησε εκεί ως φτωχή ξένη ανάμεσα σε άσημους ανθρώπους κρατώντας πάντα κοντά της τον μικρό γιο της. Δυστυχώς όμως, μετά από λίγο καιρό, ο ίδιος ηγεμόνας έφτασε και στην Ταρσό για να συνεχίσει εκεί τον αιματηρό διωγμό του.
Κάποιοι αναγνώρισαν την Ιουλίττα και την κατήγγειλαν αμέσως στις αρχές της πόλης ως χριστιανή από αρχοντική οικογένεια. Ο Αλέξανδρος διέταξε να την οδηγήσουν μπροστά στο δημόσιο δικαστήριο μαζί με το μικρό της παιδί. Οι στρατιώτες την έπιασαν κρατώντας στην αγκαλιά της τον τρίχρονο Κήρυκο, ενώ οι δύο υπηρέτριες παρακολουθούσαν κρυφά από μακριά.
Όταν ο ηγεμόνας τη ρώτησε για το όνομα και την καταγωγή της, εκείνη απάντησε με θαυμαστή παρρησία ενώπιον όλων. Είπε ότι το όνομα και η πατρίδα της είναι μόνο η ουράνια βασιλεία του Χριστού της και τίποτε άλλο επί της γης. Οργισμένος από τη γενναία ομολογία, ο άρχοντας πρόσταξε να της πάρουν το παιδί και να την κτυπήσουν αλύπητα με βαριά νεύρα.
Το μικρό αγόρι, βλέποντας τη μητέρα του να βασανίζεται, έκλαιγε σπαρακτικά και προσπαθούσε να τρέξει κοντά της με όλες του τις δυνάμεις. Ο ηγεμόνας θαύμασε την ομορφιά του παιδιού και ζήτησε να του το φέρουν για να το καθίσει στα γόνατά του. Άρχισε να το χαϊδεύει και να το φιλά, λέγοντάς του γλυκόλογα για να το ηρεμήσει και να το πάρει με το μέρος του.
Όμως ο μικρός Κήρυκος δεν δεχόταν τα χάδια και τραβούσε το κεφαλάκι του από τα ακάθαρτα χείλη του βασανιστή της μητέρας του. Κοίταζε συνέχεια προς τη μάνα του και φώναζε με όλη του τη δύναμη ότι είναι χριστιανός και θέλει να πάει κοντά της. Με τα μικρά του νυχάκια προσπάθησε να γρατζουνίσει το πρόσωπο του ηγεμόνα και τον κλώτσησε δυνατά στην κοιλιά.
Ο Αλέξανδρος εξαγριώθηκε τότε φοβερά και άρπαξε το αγόρι από το πόδι με όλη του τη μανία. Το πέταξε με δύναμη από τα ψηλά πέτρινα σκαλοπάτια του δικαστηρίου χωρίς κανέναν οίκτο για την ηλικία του. Το παιδί κατρακύλησε στα σκαλιά και κτύπησε το τρυφερό του κεφαλάκι στις κοφτερές γωνίες των πετρών.
Πότισε με το αίμα του ολόκληρο εκείνο τον τόπο και παρέδωσε την αγνή ψυχή του στα χέρια του Θεού. Έτσι ο μικρός Κήρυκος έλαβε πρώτος τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου από τον Κύριο. Η μητέρα του Ιουλίττα, βλέποντας τον γιο της μέσα στο αίμα, δόξασε τον Θεό αντί να θρηνήσει με σπαραγμό.
Είπε με βαθιά ευγνωμοσύνη ότι ο Κύριος αξίωσε τον γιο της να μαρτυρήσει πρώτος για το άγιο όνομά Του και να λάβει τον στέφανο της δόξης. Τότε ο ηγεμόνας πρόσταξε να την κρεμάσουν και να ξεσχίσουν τις σάρκες της με σιδερένια νύχια αλύπητα. Στη συνέχεια έχυσαν επάνω στις ανοιχτές πληγές της βραστή πίσσα από καζάνι για να σπάσει την αντοχή της.
Όμως η αγία επαναλάμβανε συνέχεια ότι είναι χριστιανή και ότι δεν θα προσφέρει ποτέ θυσία στα δαιμόνια. Ο κήρυκας φώναζε προς αυτήν να λυπηθεί τα νιάτα της και να προσκυνήσει τα είδωλα για να γλιτώσει από τον φρικτό θάνατο. Εκείνη απαντούσε ότι λατρεύει μόνο τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον μονογενή Υιό του Θεού Πατρός, και ποθεί να συναντήσει τον γιο της.
Βλέποντας την αδάμαστη υπομονή και το μεγάλο της θάρρος, ο άρχοντας την καταδίκασε τελικά σε αποκεφαλισμό με ξίφος. Οι στρατιώτες την οδήγησαν έξω από την πόλη, στον τόπο όπου εκτελούνταν οι μελλοθάνατοι. Η αγία βάδιζε χαρούμενη σαν να πήγαινε σε γαμήλιο γλέντι και ζήτησε λίγο χρόνο για προσευχή.
Γονάτισε και ευχαρίστησε τον Κύριο που κάλεσε τον γιο της πρώτο κοντά Του και αξίωσε εκείνον να αφήσει τη μάταιη ζωή. Παρακάλεσε τον Χριστό να δεχθεί και την ίδια ως αναξία δούλη Του και να την συγκαταριθμήσει με τις φρόνιμες παρθένες. Μετά την προσευχή ο δήμιος ακόνισε το ξίφος και έκοψε την τίμια κεφαλή της στις δεκαπέντε Ιουλίου.
Άφησαν τα δύο άγια σώματα άταφα στον τόπο εκείνο για να γίνουν τροφή στα άγρια θηρία και τους σκύλους. Μέσα στη νύχτα έφτασαν εκεί κρυφά οι δύο πιστές υπηρέτριες και πήραν τα ιερά λείψανα των μαρτύρων. Τα μετέφεραν μακριά και τα έθαψαν με ευλάβεια μέσα στη γη, φυλάσσοντας τον τόπο στη μνήμη τους.
Η μία από αυτές έζησε ως τα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όταν σταμάτησαν επιτέλους οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας. Τότε η ευσεβής υπηρέτρια φανέρωσε στους πιστούς τον τόπο της ταφής και διηγήθηκε όλη την ιστορία του μαρτυρίου. Τα τίμια λείψανα βρέθηκαν άφθαρτα, ευωδιαστά και θαυματουργά, χαρίζοντας ιάσεις σε πολλούς ασθενείς που προσέτρεχαν με πίστη.
Η τιμή των δύο μαρτύρων απλώθηκε γρήγορα στη Μικρά Ασία, στην Παλαιστίνη, στην Κωνσταντινούπολη, στην Ιταλία και στην Ισπανία, όπου κτίστηκαν πολλοί ναοί προς δόξαν Χριστού.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 15 Korrik
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Βλαδίμηρος, ο φωτιστής των Ρώσων
Στο Κίεβο του δέκατου αιώνα, ένας νεαρός ηγεμόνας με πέντε γυναίκες και βωμούς γεμάτους ανθρωποθυσίες άλλαξε ξαφνικά πορεία και βάπτισε ολόκληρο τον λαό του στον Δνείπερο ποταμό. Ο Βλαδίμηρος, εγγονός της αγίας Όλγας και…
Lexo jetën