
Στο τέλος μιας ζωής γεμάτης ιδρώτα και προσευχή, η οροφή του ναού της Λαύρας έπεσε πάνω στον γέροντα μαζί με έξι αδελφούς του. Ο πατριάρχης του αθωνικού μοναχισμού είχε προφητεύσει τον θάνατό του και είχε ντυθεί το πιο επίσημο μοναχικό του ένδυμα, σαν να ετοίμαζε γιορτή. Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα γύρω στα εννιακόσια τριάντα, παιδί ευσεβούς και εύπορης οικογένειας, με πατέρα από την Αντιόχεια και μητέρα από την Κολχίδα.
Έχασε τον πατέρα του πριν ακόμη γεννηθεί και τη μητέρα του λίγο μετά τη βάπτισή του ως Αβράμιος. Μια ευλαβική μοναχή τον πήρε υπό την προστασία της και τον γαλούχησε με τη νηστεία και την προσευχή. Από μικρό παιδί έδειχνε σημάδια της μελλοντικής του πορείας, αφού στα παιχνίδια με τους συνομηλίκους τον όριζαν πάντα ηγούμενο και όχι βασιλιά ή στρατηγό.
Όταν πέθανε και η δεύτερη προστάτιδά του, ένας ευνούχος του αυτοκράτορα Ρωμανού τον πήρε μαζί του στη Βασιλεύουσα και τον εμπιστεύθηκε στον φημισμένο δάσκαλο Αθανάσιο. Σύντομα ο νεαρός ξεπέρασε τον διδάσκαλό του και έγινε ο ίδιος ξακουστός παιδαγωγός της πρωτεύουσας. Στην Κωνσταντινούπολη ο Αβράμιος ζούσε σαν ασκητής μέσα στον κόσμο, με ξερό κριθάρινο ψωμί, λίγο νερό και ελάχιστο ύπνο, που τον έπαιρνε καθισμένος σε ένα σκαμνί.
Όταν ο δάσκαλός του ζήλεψε τη δόξα του μαθητή του, εκείνος παραιτήθηκε αμέσως από τη διδασκαλία για να μη λυπήσει κανέναν. Εκείνες τις ημέρες έφθασε στην πόλη ο όσιος Μιχαήλ ο Μαλεΐνος, ηγούμενος της μονής του Κυμινά στη Βιθυνία. Ο νέος γοητεύθηκε από τη συνομιλία με τον άγιο γέροντα και άνοιξε σε αυτόν τη μυστική επιθυμία του να γίνει μοναχός.
Τότε γνώρισε και τον ανιψιό του Μιχαήλ, τον στρατηγό Νικηφόρο Φωκά, που τον αγάπησε για όλη του τη ζωή. Σε λίγο καιρό εγκατέλειψε τα πάντα, έτρεξε στον Κυμινά και έπεσε στα πόδια του οσίου Μιχαήλ ζητώντας το αγγελικό σχήμα. Ο γέροντας τον έκειρε αμέσως μοναχό και του έδωσε το όνομα Αθανάσιος, διακρίνοντας μέσα του ένα σκεύος εκλεκτό του Αγίου Πνεύματος.
Στη μονή ο νέος μοναχός έδειξε τέτοια προκοπή στις αγρυπνίες, στις γονυκλισίες και στις νηστείες, ώστε ο γέροντας τον ευλόγησε να ζήσει σε ησυχαστήριο κοντά στο μοναστήρι, αντιγράφοντας ιερά βιβλία. Όταν κατάλαβε ότι ο γέροντας σκόπευε να τον αφήσει διάδοχό του, ο Αθανάσιος έφυγε κρυφά, γιατί θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο για ηγουμενία. Περιπλανήθηκε στον Άθωνα και έφθασε σε μια μακρινή μονή, όπου παρουσιάστηκε ως αγράμματος ναύτης με το όνομα Βαρνάβας.
Έκρυβε τη μόρφωσή του, και ο γέροντας που τον δέχθηκε προσπαθούσε μάταια να του διδάξει το αλφάβητο. Στη συνάθροιση των πατέρων κατά τα Χριστούγεννα, ο πρώτος του Όρους τον διέταξε να αναγνώσει, και τότε φανερώθηκε η αλήθεια από τη ζωντανή φωνή και την έκφρασή του. Λίγο αργότερα κατέφυγε στη Μελανά, στην άκρη του Αγίου Όρους, όπου ο πειρασμός τον πολέμησε ολόκληρο χρόνο με αφόρητους λογισμούς φυγής.
Την τελευταία ημέρα του έτους, την ώρα της προσευχής, ένα ουράνιο φως τον περιέλουσε και του χάρισε το δάκρυ της κατανύξεως. Από τότε αγάπησε εκείνον τον τόπο όσο πρώτα τον μισούσε. Ο Νικηφόρος Φωκάς, ετοιμαζόμενος για την εκστρατεία της Κρήτης, τον κάλεσε κοντά του για να ζητήσει τις ευχές του.
Ο όσιος προσευχήθηκε για τη νίκη, και πράγματι το νησί απελευθερώθηκε από τους Άραβες περίπου στα εννιακόσια εξήντα ένα. Ο στρατηγός τότε φανέρωσε την παλιά υπόσχεσή του να γίνει μοναχός και έστειλε άφθονο χρυσάφι για την ανέγερση μονής στον Άθωνα. Ο όσιος δίστασε στην αρχή, γιατί αγαπούσε την ησυχία, αλλά διέκρινε σε αυτό το θέλημα του Θεού και άρχισε το μεγάλο έργο.
Έκτισε ναό προς τιμή του Τιμίου Προδρόμου, και στη ρίζα του βουνού άλλον περικαλλή ναό αφιερωμένο στην Παναγία. Γύρω από τις εκκλησίες ύψωσε κελιά, τράπεζα, νοσοκομείο, ξενώνα, λουτρό και κάθε αναγκαίο κτίσμα, θεμελιώνοντας έτσι την περίφημη Μεγίστη Λαύρα. Καθιέρωσε κοινοβιακό τυπικό σύμφωνα με τα αρχαία παλαιστινιακά πρότυπα και ονόμασε τη μονή κέντρο αυστηρής λειτουργικής ζωής.
Όταν ο Νικηφόρος ανέβηκε στον θρόνο της Βασιλεύουσας, ο όσιος λυπήθηκε για την αθέτηση της υπόσχεσης και έφυγε με γράμμα ελεγκτικό για τον αυτοκράτορα. Τον αναζήτησε στην Κύπρο, όπου ζούσε ως ταπεινός καλλιγράφος, και θεϊκή αποκάλυψη τον πρόσταξε να επιστρέψει στη Λαύρα. Ο μετανοημένος αυτοκράτορας τότε ενίσχυσε ξανά γενναιόδωρα τη μονή.
Μέσα στα έργα ο όσιος τραυματίσθηκε σοβαρά από πεσμένο δοκάρι και έμεινε κατάκοιτος για τρία χρόνια, χωρίς ωστόσο να σταματήσει την αντιγραφή των βιβλίων. Ο πειρασμός σήκωνε διαρκώς πολέμους εναντίον του οσίου, άλλοτε με σκληρή πείνα και άλλοτε με συκοφαντίες παλαιών αγιορειτών στον αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή. Ο νέος βασιλιάς όμως, μόλις τον είδε και τον άκουσε, τον τίμησε ιδιαίτερα, επιβεβαίωσε τα προνόμια της Λαύρας και του χάρισε δερμάτινη μεμβράνη, πάνω στην οποία ο όσιος συνέταξε το πρώτο Τυπικό του Άθωνα γύρω στα εννιακόσια εβδομήντα δύο.
Σε μια ώρα μεγάλης αδυναμίας, όταν οι μοναχοί έφευγαν λόγω πείνας, η ίδια η Παναγία του φανερώθηκε στον δρόμο. Τον ρώτησε αν θα εγκατέλειπε τη μονή για ένα κομμάτι ψωμί και τον πρόσταξε να χτυπήσει τη ράβδο του στην πέτρα. Από εκείνο το σημείο ανέβλυσε πηγή αγιάσματος, που υπάρχει μέχρι σήμερα ως μαρτυρία της θαυμαστής επίσκεψης.
Ο όσιος θεράπευσε λεπρούς, έδιωξε δαίμονες, μετέτρεψε το θαλασσινό νερό σε γλυκό, και η μονή του γέμισε από αδελφούς όχι μόνο από την Ελλάδα, αλλά και από την Ιταλία, την Καλαβρία, την Αμαλφία και την Ιβηρία. Πολλοί ηγούμενοι και ιεράρχες άφησαν τα αξιώματά τους για να γίνουν ταπεινοί μοναχοί κοντά του στη Λαύρα. Προβλέποντας το τέλος του, μίλησε στους αδελφούς με αινίγματα για την ώρα της εξόδου του, ζητώντας τους να μην ταραχθούν.
Έδωσε τις τελευταίες πατρικές οδηγίες, μπήκε στο κελί του και προσευχήθηκε για πολλή ώρα. Έπειτα φόρεσε τη μαντία και το ιερό κουκούλιο του γέροντά του Μιχαήλ Μαλεΐνου, που τα έβαζε μόνο στις μεγάλες γιορτές και στη θεία κοινωνία. Ολόλαμπρος σαν άγγελος ανέβηκε με έξι αδελφούς στην κορυφή του ναού για να επιθεωρήσει τις εργασίες.
Με ανεξιχνίαστη βουλή του Θεού η οροφή κατέρρευσε ξαφνικά και κατακάλυψε τους εργαζόμενους. Πέντε αδελφοί παρέδωσαν αμέσως την ψυχή τους, ενώ ο όσιος και ο αρχιτέκτονας Δανιήλ έμειναν ζωντανοί ανάμεσα στις πέτρες. Επί τρεις ώρες ακουγόταν η φωνή του να φωνάζει με ευχαριστία προς τον Κύριο Ιησού Χριστό.
Όταν τον ανέσυραν από τα ερείπια, βρήκαν τη μορφή του ήρεμη σαν ζωντανού ανθρώπου που κοιμάται, και από την πληγωμένη γάμπα έτρεχε αίμα ζωντανό τρεις ημέρες μετά την κοίμηση. Οι πατέρες το συνέλεξαν με μανδήλια ως μεγάλη ευλογία, που αργότερα θαυματούργησε σε αρρώστους, ναυτικούς και παιδιά. Στα χίλια εννιακόσια εξήντα τρία γιορτάστηκε πανηγυρικά η χιλιετία της Λαύρας και ολόκληρου του Αγίου Όρους.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 05 Korrik
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Η Εύρεση των Λειψάνων του Οσίου Σεργίου του Ραδονέζ
Μέσα από τη γη και το νερό, ένα ολόκληρο σώμα αναδύθηκε ακέραιο, μαζί με τα ίδια του τα ρούχα ανέπαφα. Ο ίδιος ο Όσιος Σέργιος εμφανίστηκε σε έναν ευσεβή λαϊκό και ζήτησε να σταματήσει…
Lexo jetënΗ Παναγία η Οικονόμισσα της Μεγίστης Λαύρας
Σε έναν δύσκολο δρόμο προς τις Καρυές, ο άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης συνάντησε μια γυναίκα με γαλάζιο πέπλο που του υποσχέθηκε την οικονομία του μοναστηριού. Από εκείνη την ημέρα η Μεγίστη Λαύρα δεν διορίζει…
Lexo jetën