Στις 5 και 6 Δεκεμβρίου 2025, τα Τίρανα μετατράπηκαν σε επίκεντρο της διεθνούς επιστημονικής έρευνας για το Βυζάντιο, φιλοξενώντας το Α΄ Διεθνές Συνέδριο «Η Αλβανία κατά τη βυζαντινή περίοδο», μια διοργάνωση που αξιολογήθηκε ευρέως ως θεμέλιος λίθος για τις βυζαντινές σπουδές στην Αλβανία και ως αναγκαίο βήμα προς τη διεθνή αναγνώριση της πρώιμης πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας.

Το συνέδριο διοργανώθηκε από την Ακαδημία Επιστημών της Αλβανίας σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Τιράνων (Σχολή Ιστορίας και Φιλολογίας), την Αυτοκέφαλο Ορθόδοξο Εκκλησία της Αλβανίας, τη Γενική Διεύθυνση Αρχείων και την Αλβανική Εταιρεία Βυζαντινών Σπουδών. Η σύλληψη και υλοποίησή του πραγματοποιήθηκαν υπό την οργανωτική ευθύνη του κ. Andi Rembeci (Πανεπιστήμιο Τιράνων), Προέδρου της Οργανωτικής Επιτροπής, ο οποίος παρακολούθησε και συντόνισε το σύνολο της προετοιμασίας και της διεξαγωγής του.

Στο συνέδριο συμμετείχαν περίπου 50 ερευνητές και πανεπιστημιακοί από την Αλβανία, το Κόσοβο, την Ελλάδα, την Κύπρο, τη Βόρεια Μακεδονία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Αυστρία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες με ισχυρή παράδοση στις βυζαντινές σπουδές, διαμορφώνοντας μια ευρεία πλατφόρμα διεθνούς επιστημονικής συνεργασίας, με σκοπό την ανάδειξη και την επαναφορά στη συλλογική επιστημονική γνώση ενός ουσιώδους τμήματος της βαθιάς ιστορικής κληρονομιάς της χώρας μας, το οποίο συχνά παρέμενε στη σκιά.

Η τελετή έναρξης, την οποία συντόνισε ο καθηγητής Paskal Milo, αποτέλεσε μια ξεχωριστή στιγμή, κατά την οποία εξέχουσες προσωπικότητες του επιστημονικού και εκκλησιαστικού κόσμου υπογράμμισαν τη σημασία της παρούσας συνάντησης. Ο ακαδημαϊκός Skënder Gjinushi, Πρόεδρος της Ακαδημίας Επιστημών, παρουσίασε μια εκτενή ανάλυση σχετικά με την ανάγκη διαμόρφωσης μιας πολυδιάστατης προσέγγισης στη μελέτη της βυζαντινής περιόδου, αντιμετωπίζοντας την Αλβανία ως έναν χώρο όπου διασταυρώνονται με φυσικό τρόπο οι επιρροές της Ανατολής και της Δύσης και όπου η πολιτισμική ταυτότητα έχει εμπλουτιστεί μέσα από μια μακρά ιστορία θρησκευτικών, πολιτικών και καλλιτεχνικών αλληλεπιδράσεων. Στο ίδιο πνεύμα, ο καθηγητής Antonio Rigo, Πρόεδρος της International Association of Byzantine Studies, ανέδειξε τον αναντικατάστατο ρόλο της Αλβανίας στον χάρτη των βυζαντινών ερευνών, χαρακτηρίζοντας τη χώρα μας ως «έναν θησαυρό που δεν έχει ακόμη πλήρως διερευνηθεί».

Παράλληλα, η ομιλία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας, κ. Ιωάννη, διακρίθηκε για το βάθος και τον έντονα στοχαστικό της χαρακτήρα. Υπογράμμισε ότι η βυζαντινή περίοδος δεν συνιστά απλώς ένα απομακρυσμένο ιστορικό κεφάλαιο, αλλά μια ζώσα διάσταση της πνευματικής και πολιτισμικής ταυτότητας του αλβανικού λαού. Ο Μακαριώτατος ανέδειξε την Ορθόδοξο Εκκλησία ως αδιάλειπτο σύνδεσμο από το Ιλλυρικό έως τη νεότερη εποχή, ως απτή μαρτυρία της ιστορικής συνέχειας και της πνευματικής και πολιτισμικής συνοχής στον αλβανικό χώρο. Στην παρέμβασή του εστίασε ιδιαιτέρως στον ρόλο της Εκκλησίας στη διαφύλαξη της γραπτής παράδοσης, στην προστασία των μνημειακών καταλοίπων, καθώς και στη σημασία των χειρογράφων που διασώζονται σε αρχεία και μοναστηριακές συλλογές, τονίζοντας ότι η βυζαντινή κληρονομιά αποτελεί πολύτιμο φορέα ιστορικής μνήμης και βασικό μέσο ενίσχυσης της ιστορικής συνείδησης και της πολιτισμικής αυτογνωσίας της χώρας.

Κατά τη διάρκεια των δύο ημερών του συνεδρίου πραγματοποιήθηκαν 6 θεματικές ενότητες, οι οποίες με οργανικό τρόπο ανέπτυξαν ένα ευρύ και πολυδιάστατο πανόραμα της πολιτικής, εκκλησιαστικής, πολιτισμικής, καλλιτεχνικής και τεκμηριακής ζωής της Αλβανίας κατά τους αιώνες της βυζαντινής κυριαρχίας.

Η Α΄ Συνεδρία, αφιερωμένη στο θέμα «Η Αλβανία μεταξύ Βυζαντίου και Δύσης», αποτέλεσε έναν κατεξοχήν χώρο ακαδημαϊκού διαλόγου, όπου εξετάστηκαν οι πολιτικές, πολιτισμικές και εκκλησιαστικές σχέσεις των αλβανικών περιοχών με τον βυζαντινό κόσμο. Η συνεδρία, υπό την προεδρία των Peter Schreiner (Πανεπιστήμιο Κολωνίας) και Pëllumb Xhufi (Ακαδημία Επιστημών της Αλβανίας), άνοιξε με την ανακοίνωση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας, κ. Ιωάννη, ο οποίος παρουσίασε μια εμβριθή θεώρηση του ρόλου της Εκκλησίας ως «ζωντανής γέφυρας πίστεως και πολιτισμού» από το Ιλλυρικό στο Βυζάντιο και έως τις ημέρες μας. Ο καθηγητής Peter Schreiner ανέλυσε τη θέση των Αλβανών μεταξύ Βουλγάρων και Ελλήνων στην Ήπειρο κατά τους ΙΑ΄–ΙΒ΄ αιώνες, ενώ ο ακαδημαϊκός Pëllumb Xhufi επικεντρώθηκε στις πολυεπίπεδες σχέσεις μεταξύ της Αλβανίας και της βυζαντινής Ιταλίας από τον 6ο-11ο αιώνα. Ακολούθως, ο Taxiarchis Kolias (Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών) ανέδειξε τη στρατηγική σημασία των αλβανικών εδαφών για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ενώ ο Andrea Di Giuseppe (Πανεπιστήμιο «Roma Tre») παρουσίασε μια εις βάθος ανάλυση της παπικής διπλωματίας έναντι της Αλβανίας κατά την περίοδο του Δημητρίου Προγόνου. Η Κατερίνα Β. Κορρέ (Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών, Βενετία) παρουσίασε μελέτη σχετικά με την οικογένεια Μποκάλη και τη διαπραγμάτευση της εξουσίας στη ύστερη βυζαντινή αριστοκρατία, ενώ ο Ardian Muhaj (Ακαδημία Επιστημών της Αλβανίας) ανέπτυξε την έννοια της «βυζαντινής Αδριατικής» ως ενδιάμεσου χώρου αλληλεπίδρασης ανατολικών και δυτικών επιρροών. Η συνεδρία ολοκληρώθηκε με την ανακοίνωση των Ermal Baze και Ilira Çaushi (Πανεπιστήμιο Τιράνων) σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των μεσαιωνικών καταστατικών της Σκόδρας και του Βυζαντινού Γεωργικού Νόμου. Η πρώτη αυτή συνεδρία άνοιξε τον δρόμο για ουσιαστικές συζητήσεις και νέες ερευνητικές προοπτικές, καταδεικνύοντας με σαφήνεια ότι η βυζαντινή περίοδος στην Αλβανία παραμένει πεδίο θεμελιώδους σημασίας για την ιστορία, την ταυτότητα και την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας.

Μετά την πρώτη συνεδρία, πλούσια σε ιστορικές προσεγγίσεις και ερμηνευτικές προοπτικές, το συνέδριο συνεχίστηκε με τη Β΄ Συνεδρία, αφιερωμένη στο θέμα «Βυζαντινή Τέχνη και Αρχιτεκτονική», η οποία προσέφερε ένα ευρύ και τεκμηριωμένο πανόραμα των καλλιτεχνικών, οικοδομικών και εικονογραφικών εξελίξεων στον αλβανικό χώρο κατά τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο. Τη συνεδρία συντόνισαν οι Aleksandër Meksi (Albanian Association of Byzantine Studies) και Ιωάννης Βιταλιώτης (Ακαδημία Αθηνών).

Την έναρξη πραγματοποίησε ο Ιωάννης Βιταλιώτης, ο οποίος ανέλυσε τις τοιχογραφίες του ναού της Αγίας Μαρίας στο Ακρωτήριο Ροδονίου, εντάσσοντάς τες στο ιστορικό πλαίσιο της κυριαρχίας του Karl Topia στην Αλβανία. Στη συνέχεια, ο Aleksandër Meksi παρουσίασε μια συνθετική θεώρηση των βασικών χαρακτηριστικών της βυζαντινής ιστορίας και της οικοδομικής δραστηριότητας από τον 6ο έως τον 11ο αιώνα, αναδεικνύοντας την εξέλιξη των αρχιτεκτονικών μορφών και τις διαπεριφερειακές επιρροές. Η Lida Miraj (Albanian Association of Byzantine Studies) παρουσίασε μελέτη σχετικά με την αρχιτεκτονική του Επίδαμνου/Δυρραχίου από την Αρχαιότητα έως τη βυζαντινή περίοδο, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στους αστικούς μετασχηματισμούς. Σημαντική υπήρξε και η συμβολή της Snezhana Filipova (Ss. Cyril and Methodius University in Skopje), η οποία προσέφερε μια συγκριτική προσέγγιση των καλλιτεχνικών παραδόσεων της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας. Ακολούθως, η Nevila Molla (Academy of Sciences of Albania) παρουσίασε την οικοδόμηση εκκλησιαστικών μνημείων στην επισκοπή του Βουθρωτού κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο, εξετάζοντας τόσο τις αστικές όσο και τις αγροτικές διαστάσεις του φαινομένου, ενώ ο Thoma Shkira (Logos University College) διερεύνησε τη σχέση μεταξύ των εκκλησιαστικών μνημείων και της χριστιανικής τοπωνυμίας της χώρας. Η συνεδρία ολοκληρώθηκε με την ανακοίνωση του Jani Koçillari (University of Tirana), ο οποίος ανέπτυξε το ζήτημα της ρωμαϊκής συνέχειας και της διαμόρφωσης της εδαφικής ταυτότητας στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η δεύτερη συνεδρία κατέδειξε εκ νέου τον πλούτο και την ποικιλομορφία του βυζαντινού καλλιτεχνικού και αρχιτεκτονικού υλικού στον αλβανικό χώρο, ανοίγοντας νέες ερευνητικές προοπτικές για τη μελέτη των μνημείων και των πολιτισμικών παραδόσεων που συνδέουν την Αλβανία με τη βυζαντινή οικουμένη.

Μετά τις συζητήσεις γύρω από τη βυζαντινή τέχνη και αρχιτεκτονική, το συνέδριο συνεχίστηκε με τη Γ΄ Συνεδρία, αφιερωμένη στο θέμα «Μεταβυζαντινή Τέχνη και Συντήρηση», έναν τομέα όπου η ιστορία, η εικονογραφική παράδοση και οι σύγχρονες προσεγγίσεις της συντήρησης διασταυρώνονται με ιδιαίτερο τρόπο. Τη συνεδρία συντόνισαν οι Pirro Thomo (Albanian Association of Byzantine Studies) και Edlira Çaushi (University of Tirana). Η πρώτη ανακοίνωση, της Molly Green (Princeton University, USA), προσέφερε μια πλούσια επισκόπηση του μοναστικού τοπίου στα όρη της Πίνδου κατά την οθωμανική περίοδο, αναδεικνύοντας τον ρόλο των μοναστικών κοινοτήτων ως φορέων της πνευματικής και πολιτισμικής παράδοσης. Στη συνέχεια, ο Pirro Thomo ανέλυσε τη συνέχεια και τις μεταβολές μεταξύ της βυζαντινής και της μεταβυζαντινής αρχιτεκτονικής, προσφέροντας μια σαφή ερμηνεία των διαχρονικών υφολογικών μετασχηματισμών. Ο Ferit Duka (European University of Tirana) ανέδειξε την παρουσία στοιχείων της βυζαντινής κληρονομιάς στις αλβανικές πόλεις κατά την οθωμανική περίοδο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Βράτιο, ενώ η Edlira Çaushi επικεντρώθηκε στις επεμβάσεις αποκατάστασης και στις διακοσμητικές φάσεις του ναού του Προφήτη Ηλία Στεγόπολη, συνδέοντας την καλλιτεχνική δημιουργία με τις διαδικασίες φροντίδας και διατήρησης. Αξιόλογη υπήρξε και η συμβολή της Rozela Dhimgjini (University of Arts), η οποία ανέλυσε το εικονογραφικό πρόγραμμα και το ύφος ανώνυμων ζωγράφων στον ναό του Αγίου Μιχαήλ στο Βιθκούκι, τεκμήριο της συνύπαρξης παράδοσης και καινοτομίας στη μεταβυζαντινή τέχνη. Ακολούθως, ο Χαράλαμπος Χοτζάκογλου (Cypriot Committee for Byzantine Studies) παρουσίασε τους τρόπους με τους οποίους οι πολιτισμικές μαρτυρίες στη σύγχρονη Αλβανία συμβάλλουν στην ανασύσταση της βυζαντινής οικουμένης. Η συνεδρία ολοκληρώθηκε με την παρουσίαση της Flora Marolli (Πανεπιστήμιο Δυτική Αττικής), η οποία ανέλυσε την εφαρμογή σύγχρονων αναλυτικών μεθόδων στη συντήρηση βυζαντινών και μεταβυζαντινών εικόνων, παρουσιάζοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την εικόνα «Η Παναγία μετά των Αγίων» (No. Inv. 3622), πρότυπο της επιστημονικής προσέγγισης στην υπηρεσία της διαφύλαξης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η Γ΄ Συνεδρία ανέδειξε τον πλούτο και τη σημασία της μεταβυζαντινής καλλιτεχνικής παραγωγής στον αλβανικό χώρο, καθώς και τον καίριο ρόλο των σύγχρονων μεθόδων αποκατάστασης στη διατήρηση αυτής της πολύτιμης κληρονομιάς για τις μελλοντικές γενιές.

Στο πλαίσιο του Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου «Αλβανία κατά την Βυζαντινή περίοδο», στους χώρους της Γενικής Διεύθυνσης των Αρχείων εγκαινιάστηκε η έκθεση με τίτλο «Βυζαντινά και Μεταβυζαντινά Χειρόγραφα», σε επιμέλεια των Andi Rembeci (University of Tirana) και Sokol Çunga (General Directorate of Archives), η οποία παρουσίασε στο κοινό ορισμένους από τους πλέον πολύτιμους θησαυρούς της χειρόγραφης πολιτιστικής κληρονομιάς. Η έκθεση περιλάμβανε επιλεγμένα βυζαντινά και μεταβυζαντινά χειρόγραφα που φυλάσσονται στο Κρατικό Κεντρικό Αρχείο, τα οποία μαρτυρούν τη δεξιοτεχνία των γραφέων, την αισθητική της μικρογραφίας και την πνευματική συνέχεια που χαρακτήρισε τον αλβανικό χώρο ανά τους αιώνες. Οι επισκέπτες είχαν τη δυνατότητα να γνωρίσουν από κοντά εικονογραφικές λεπτομέρειες, επιμελημένα διακοσμημένα αρχικά γράμματα και την καλλιγραφική γραφή που καθιστούν κάθε κώδικα έργο τέχνης καθαυτό. Η έκθεση ανέδειξε τον ρόλο της Αλβανίας ως γέφυρας μεταξύ Ανατολής και Δύσης, υπογραμμίζοντας τη μοναδική σημασία της χειρόγραφης κληρονομιάς της για την ιστορία των βυζαντινών σπουδών τόσο σε περιφερειακό όσο και σε ευρύτερο διεθνές επίπεδο. Η σπάνια αυτή παρουσίαση των κωδίκων συνιστά πρόσκληση για μια βαθύτερη προσέγγιση της ιστορίας της γραφής, της τέχνης και της πίστης στον αλβανικό χώρο, υπενθυμίζοντας ότι η πνευματική κληρονομιά αποτελεί έναν από τους πολυτιμότερους θησαυρούς του πολιτισμού μας.

Η δεύτερη ημέρα του συνεδρίου άνοιξε με τη Δ΄ Συνεδρία, αφιερωμένη στο θέμα «Παλαιογραφία, Επιγραφική και Κειμενική Παράδοση», έναν από τους κατεξοχήν τομείς για την κατανόηση της πολιτισμικής και εκκλησιαστικής ιστορίας της Αλβανίας κατά τη βυζαντινή περίοδο. Τη συνεδρία προέδρευσαν οι Αγαμένων Τσελίκας (Institute for Mediterranean Studies “Arethas”), Andi Rembeci (University of Tirana) και Andreas Rhoby (Austrian Academy of Sciences). Οι εργασίες άρχισαν με την ανακοίνωση του Gëzim Hoxha (Academy of Sciences of Albania), ο οποίος ανέλυσε μια περίπτωση παλαιογραφικής παραμόρφωσης στις πράξεις της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου της Κωνσταντινούπολης (553), αναδεικνύοντας τη σημασία της προσεκτικής ανάγνωσης και ερμηνείας της γραπτής παράδοσης. Στη συνέχεια, ο Αγαμένων Τσελίκας παρουσίασε παλαιογραφικές παρατηρήσεις σχετικά με βυζαντινά και μεταβυζαντινά χειρόγραφα της Αλβανίας, επισημαίνοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και τις διασυνδέσεις τους με άλλες μεσογειακές γραφικές παραδόσεις. Ο Andreas Rhoby (Austrian Academy of Sciences) προσέφερε μια συνολική επισκόπηση της ελληνικής επιγραφικής στη μεσαιωνική Αλβανία, ερμηνεύοντας τις επιγραφές ως θεμελιώδεις πηγές για την κατανόηση της εκκλησιαστικής, εκπαιδευτικής και θεσμικής ζωής της περιόδου. Ακολούθως, οι Κωνσταντίνος Γιακουμής (Logos University College) και Joana Dhiamandi (Epoka University) ανέλυσαν τα επιγραφικά τεκμήρια του Berat, διερευνώντας την τοπομετωνυμία και τη δογματική εδραίωση από την Αντιπατρέα έως την Πουλχεριούπολις. Η ανακοίνωση του Andi Rembeci (University of Tirana) έφερε στο προσκήνιο τα χειρόγραφα της «Μακεδονικής Αναγέννησης» στον αλβανικό χώρο, τοποθετώντας την Αλβανία ως κομβικό σημείο στην πολιτισμική κυκλοφορία του βυζαντινού βιβλίου. Οι Majlinda Toçi και Jola Tasellari (National Library of Albania) παρουσίασαν τα ίχνη του Βυζαντίου στα χειρόγραφα της Greek Collection του φορέα, αναδεικνύοντας παραδόσεις που διατηρήθηκαν στα πρώιμα βιβλικά αποθέματα. Η συνεδρία ολοκληρώθηκε με την εισήγηση του Vilson De Marku (University of Graz, Austria), ο οποίος πρότεινε έναν επαναπροσδιορισμό της κειμενικής αξίας του κώδικα Beratinus 1 (Φ043) στο πλαίσιο της κριτικής της Καινής Διαθήκης, εξηγώντας τη σημασία του για την ιστορία του βιβλικού κειμένου. Η Δ΄ Συνεδρία κατέδειξε με σαφήνεια ότι η κειμενική και επιγραφική παράδοση συνιστά αναντικατάστατο στρώμα για τη μελέτη της βυζαντινής Αλβανίας, ανοίγοντας νέους ερευνητικούς ορίζοντες για τους μελετητές του πεδίου.

Μετά από μια συνεδρία υψηλού επιστημονικού επιπέδου αφιερωμένη στην κειμενική παράδοση και την επιγραφική, το συνέδριο προχώρησε στη Ε΄ Συνεδρία, αφιερωμένη στην Αρχαιολογία και τον Υλικό Πολιτισμό, έναν ερευνητικό τομέα για την τεκμηριωμένη κατανόηση της κοινωνικής, θρησκευτικής και θεσμικής οργάνωσης του αλβανικού χώρου κατά τη βυζαντινή περίοδο. Τη συνεδρία προέδρευσαν οι Χρήστος Σταυράκος (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων), Gëzim Hoxha (Academy of Sciences of Albania) και Brikena Shkodra (Academy of Sciences of Albania). Οι εργασίες άνοιξαν με την εισήγηση του Χρήστου Σταυράκου, ο οποίος παρουσίασε μια συστηματική και λεπτομερή ανάλυση των βυζαντινών μολύβδινων σφραγίδων από το Δυρράχιο, ως πρωτογενείς πηγές για τη μελέτη της αυτοκρατορικής διοίκησης, των θεσμικών δομών και των μηχανισμών επικοινωνίας. Στη συνέχεια, ο Neritan Ceka (Academy of Sciences of Albania) εξέτασε τις σχέσεις μεταξύ του πρώιμου Βυζαντίου και των ύστερων Ιλλυριών, παρουσιάζοντας αρχαιολογικά δεδομένα κομβικής σημασίας για την κατανόηση των πολιτισμικών μετασχηματισμών κατά τους 4ο-6ο αιώνες. Οι Brikena Shkodra και Eduard Shehi (Academy of Sciences of Albania) παρουσίασαν μελέτη για τρεις λειτουργικές σφραγίδες άρτου από το Δυρράχιο, οι οποίες τεκμηριώνουν πτυχές της λατρευτικής πρακτικής και της αστικής εκκλησιαστικής ζωής στη βυζαντινή περίοδο. Μια ευρύτερη, διεπιστημονική προσέγγιση υιοθέτησαν οι Σταυρός Οικονομίδης, Άρης Παπαγιάννης και Άκης Τσόνας (Arcadia University, Glenside, USA / Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης), οι οποίοι ανέλυσαν τις εισβολές, τις μετακινήσεις πληθυσμών και τις δημογραφικές μεταβολές στα Βαλκάνια κατά τους 5ο-6ο αιώνες, συνδυάζοντας συστηματικά τα αρχαιολογικά δεδομένα με τις γραπτές πηγές. Ιδιαίτερη σημασία είχε η συμβολή του Paulin Pushimaj (Academy of Sciences of Albania), ο οποίος παρουσίασε τα αρχαιολογικά και ιστορικά δεδομένα για το Drisht κατά τη βυζαντινή περίοδο, αναδεικνύοντάς το ως κεντρικό οχυρωματικό και εμπορικό κόμβο. Ακολούθως, οι Sonia Antonelli, Chiara Casolino και Elvana Metalla (“G. d’Annunzio” University of Chieti–Pescara / Academy of Sciences of Albania) ανέλυσαν τη λειτουργία και τις μεταμορφώσεις του Αμφιθεάτρου του Δυρραχίου κατά τη βυζαντινή περίοδο, υπό το πρίσμα νεότερων αρχαιολογικών ευρημάτων. Η Ε΄ Συνεδρία κατέδειξε με σαφήνεια ότι η αρχαιολογική έρευνα, πέραν της τεκμηρίωσης του υλικού παρελθόντος, αποτελεί βασικό μεθοδολογικό εργαλείο για την ερμηνεία των δομών της καθημερινής ζωής, των πληθυσμιακών δυναμικών, των θρησκευτικών αντιλήψεων και της κοινωνικής οργάνωσης στη βυζαντινή Αλβανία.

Το συνέδριο ολοκληρώθηκε με τη ΣΤ΄ Συνεδρία, αφιερωμένη στο θέμα «Πνευματική και Πολιτισμική Κληρονομιά», η οποία προσέφερε εκτενές και συνθετικό πανόραμα των θρησκευτικών, μουσικών και πολιτισμικών διαστάσεων του αλβανικού χώρου κατά τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο. Της συνεδρίας προέδρευσαν οι Molly Green (Princeton University), Vasil Tole (Academy of Sciences of Albania) και Toni Filiposki (Ss. Cyril and Methodius University, Skopje). Οι εργασίες άνοιξαν με την ανακοίνωση της Isabel Grimm-Stadelmann (Ludwig-Maximilians-Universität München), η οποία εξέτασε τις σχέσεις μεταξύ του αλβανικού πληθυσμού και των βυζαντινών ιατρικών παραδόσεων στην Ήπειρο και την ευρύτερη περιοχή της, υπογραμμίζοντας τη σύνδεση μεταξύ θεραπευτικών πρακτικών και του κόσμου της πίστης. Στη συνέχεια, ο Vasil Tole ανέλυσε τον ρόλο της βυζαντινής ψαλτικής παράδοσης στο πλαίσιο της UNESCO, καθώς και τη συμβολή Αλβανών ιεροψαλτών στη διαμόρφωση αυτής της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, υπογραμμίζοντας τη διεθνή σημασία της αλβανικής μουσικής παράδοσης. Ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε και η εισήγηση του Boban Petrovski (Ss. Cyril and Methodius University, Skopje), ο οποίος ανέλυσε τα ανταγωνιστικά εκκλησιολογικά πρότυπα στις ορεινές περιοχές της Αλβανίας και τις βυζαντινοβουλγαρικές δυναμικές κατά τους 9ο-10ο αιώνες. Στη συνέχεια, η Mikaela Minga (Academy of Sciences of Albania) παρουσίασε μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα μελέτη περίπτωσης, αφιερωμένη σε ένα ηχητικό τεκμήριο της βυζαντινής μουσικής στην κομμουνιστική Αλβανία, φωτίζοντας την αινιγματική φυσιογνωμία του Taqi (Dhimitër) Deliana. Ο Toni Filiposki ανέλυσε τις πολιτικές, εκκλησιαστικές και πολιτισμικές σχέσεις μεταξύ Βερατίου και Αχρίδων κατά τον Μεσαίωνα, αναδεικνύοντας τις βαθιές πολιτισμικές συγγένειες που συνέδεαν τις δύο πόλεις. Κομβικό σημείο της συνεδρίας αποτέλεσε η ανακοίνωση του Theodhor Peci (University of Arts), αφιερωμένη στη μορφή του Ιωάννη του Κουκουζέλη (1280–1336), του Δυρραχιώτη μουσικού που αναδείχθηκε σε κεντρική φυσιογνωμία της βυζαντινής μουσικής και σε έναν από τους σημαντικότερους ανανεωτές της ψαλτικής τέχνης. Ακολούθως, ο Marin Haxhimihali (University of Tirana) εξέτασε τις εκκλησιαστικές στρατηγικές και εδαφικές φιλοδοξίες που συνόδευσαν τα σχέδια εκκλησιαστικής επανένωσης κατά τον 13ο αιώνα, αναλύοντας τις πολιτικές και θεολογικές διαστάσεις της εποχής. Η συνεδρία ολοκληρώθηκε με την εισήγηση της Serena Cuomo (University of Santiago de Compostela, Spain), η οποία ανέλυσε τη λατρεία των Σαράντα Μαρτύρων της Σεβαστείας στη Νότια Αλβανία, αναδεικνύοντας τη συνέχεια και τους μετασχηματισμούς ενός από τα πλέον εμβληματικά εικονογραφικά και λατρευτικά θέματα του βυζαντινού κόσμου. Η ΣΤ΄ Συνεδρία αξιολογήθηκε ως ένα από τα πλουσιότερα και θεωρητικά πιο σύνθετα του συνεδρίου, καθώς προσέφερε τεκμηριωμένες μαρτυρίες και ερμηνευτικές προσεγγίσεις που συνδέουν την πνευματική ταυτότητα των Αλβανών με τη βυζαντινή οικουμένη, αναδεικνύοντας παράλληλα τους τρόπους με τους οποίους αυτή η κληρονομιά επιβίωσε, μετασχηματίστηκε και εξακολουθεί να επηρεάζει τον σύγχρονο πολιτισμό.

Το Α΄ Διεθνές Συνέδριο «Η Αλβανία κατά τη βυζαντινή περίοδο» ολοκληρώθηκε με τις εμπεριστατωμένες και ιδιαιτέρως εύστοχες καταληκτικές παρατηρήσεις του καθηγητού Peter Schreiner, ενός εκ των πλέον εξέχοντων βυζαντινολόγων της ευρωπαϊκής επιστημονικής κοινότητας. Ο ίδιος χαρακτήρισε τη διοργάνωση ως «την πλέον αξιόλογη στην οποία έχει συμμετάσχει στην Αλβανία», υπογραμμίζοντας την ευρύτητα και την πολυφωνία των θεματικών, το υψηλό επίπεδο επιστημονικής τεκμηρίωσης των ανακοινώσεων, καθώς και τη μεθοδολογική συνοχή και εσωτερική διάρθρωση των επιμέρους συνεδριών. Ο καθ. Schreiner επεσήμανε ότι η Αλβανία συνιστά ένα αυθεντικό «El Dorado των βυζαντινών χειρογράφων», έναν εξαιρετικής σημασίας θησαυρό για τις βυζαντινές σπουδές, ο οποίος οφείλει να ενταχθεί πληρέστερα στον διεθνή ερευνητικό ορίζοντα. Ιδιαίτερη έμφαση απέδωσε στον ρόλο της τέχνης, της αρχαιολογίας, της γραπτής παράδοσης και της πνευματικής κληρονομιάς, επισημαίνοντας ότι στον αλβανικό χώρο διαμορφώθηκε ιστορικά ένα πεδίο δυναμικής συνάντησης και αλληλεπίδρασης μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Ακολούθως, ο Andi Rembeci, Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του προς τους συνεργαζόμενους φορείς, τους εισηγητές, τους συντονιστές και το σύνολο των συμμετεχόντων, οι οποίοι, μέσω των επιστημονικών τους ανακοινώσεων, του γόνιμου διαλόγου και της ανταλλαγής απόψεων, συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάδειξη του πρώτου διεθνούς συνεδρίου για την Αλβανία κατά τη βυζαντινή περίοδο σε γεγονός υψηλής ακαδημαϊκής και ερευνητικής αξίας.

Μετά από δύο ημέρες εντατικών επιστημονικών εργασιών, πλούσιων σε ανακοινώσεις και τεκμηριωμένο διάλογο, το Α΄ Διεθνές Συνέδριο «Η Αλβανία κατά τη Βυζαντινή Περίοδο» έλαβε την προσήκουσα και συμβολικά εύγλωττη ολοκλήρωσή του με μια υψηλού καλλιτεχνικού και πνευματικού επιπέδου συναυλία βυζαντινής μουσικής, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου στον χώρο του Πολιτιστικού Κέντρου του Καθεδρικού Ναού της «Αναστάσεως του Χριστού». Η καταληκτική αυτή εκδήλωση, διοργανωμένη από την Ορθόδοξο Αυτοκέφαλο Εκκλησία της Αλβανίας στο πλαίσιο του συνεδρίου, σχεδιάστηκε ως το πνευματικό επιστέγασμα της επιστημονικής αυτής διοργάνωσης. Αφιερωμένη στη μνήμη και το έργο του κορυφαίου διδασκάλου της βυζαντινής μουσικής, Αγίου Ιωάννου Κουκουζέλη, η συναυλία παρουσίασε συνθέσεις του, με υποδειγματική ερμηνευτική αρτιότητα από τη βυζαντινή χορωδία «Άγιος Ιωάννης ο Κουκουθυελής», υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Theodhor Peci. Τα καλοφωνικά μέλη, οι συνθέσεις με αναγραμματισμούς, καθώς και οι λειτουργικοί ύμνοι, συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας ατμόσφαιρας έντονης πνευματικότητας και υψηλής αισθητικής, προσφέροντας ένα ιδιαιτέρως σπάνιο μουσικό και βιωματικό γεγονός. Η συναυλία λειτούργησε ως οργανική και ουσιαστική κορύφωση των διήμερων επιστημονικών εργασιών, συνδέοντας την ακαδημαϊκή έρευνα με τη ζώσα πνευματική και μουσική παράδοση του βυζαντινού κόσμου. Το κοινό, οι μελετητές και οι προσκεκλημένοι του συνεδρίου είχαν έτσι την ευκαιρία να βιώσουν μια ουσιαστική εμβάθυνση στην πολιτισμική εμπειρία του Βυζαντίου, όπου η ιστορική μνήμη και η καλλιτεχνική έκφραση συνυφαίνονται αδιάρρηκτα και αλληλοφωτίζονται.

Andi Rembeci

Πανεπιστήμιο Τιράνων

Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής